Ο θείος μου ο Γιώργος, το ξύλο και εγώ…

Μάλλον με έχουν πιάσει το συγκινησιακά μου για τα γενέθλια μου και ανατρέχω σε παλιές ιστορίες. Το κάνω κυρίως για να ευχαριστήσω αυτούς τους ανθρώπους που με κάποιον τρόπο σημάδεψαν την πορεία μου. Δεν το ξέρουν όμως έχουν παίξει τον ρόλο τους.

Ο θείος μου ο Γιώργος είναι ξυλουργός και μένει στην Αμερική από το 1966.

Ήταν 1965 και εγώ 4 χρονών είχα έρθει διακοπές στην Αθήνα. Μια μέρα λοιπόν με παίρνει μαζί του και με πάει στο ξυλουργείο που δούλευε. Η απόσταση μου φάνηκε τεράστια αν και πήγαμε με τα πόδια. Το εργοστάσιο μου φάνηκε τεράστιο, αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση ήταν η μυρωδιά. Η μυρωδιά του ξύλου όταν είναι φρεσκοκομμένο ή όταν περάσει από την πλάνη. Αυτή η μυρωδιά από το φρέσκα ροκανίδια είναι που θυμάμαι από αυτή την επίσκεψη. Τι σας λέω τώρα… θα μου πείτε. Και όμως

Το 1966 ο θείος μου έφυγε στην Αμερική, με μόνο εφόδιο την ξυλουργική του τέχνη (άλλες εποχές). Ένα περιστατικό ήταν ο λόγος όλης της παραπέρα πορείας του εδώ και 55 χρόνια. Κάποια φορά τον φωνάξανε στο σχολείο που πηγαίνανε οι ξαδέλφες μου – γνωρίζοντας ότι είναι ξυλουργός – για να αντικαταστήσει κάποια ντουλάπια που είχαν χαλάσει. Αφού πήγε ρώτησε : Γιατί να τα αλλάξουμε αφού μπορούμε να τα επισκευάσουμε; Σε εκείνες τις εποχές της Αμερικής, η επισκευή ήταν έξω από την λογική ενώ η αντικατάσταση ήταν ο κανόνας. Όταν είδαν το αποτέλεσμα και το κόστος, πήρε τη δουλειά και πολύ σύντομα έγινε ο συντηρητής όλων το σχολείων της περιοχής. Έτσι έχτισε όλη την ζωή του στην Αμερική.

Και πάμε σε εμένα. Πέρασε ο καιρός και φτάνουμε στα φοιτητικά μου χρόνια. Τα βιβλία αυξάνονταν άρα και η ανάγκη για βιβλιοθήκη. Και φυσικά προτίμησα να φτιάξω. Με ξύλα μασίφ, δουλεμένα στο χέρι έφτιαξα τις πρώτες βιβλιοθήκες μου που στην πραγματικότητα ήταν σκαλιέρα με ξύλα από κουτιά συσκευασίας. .

Αμέσως μετά έφτιαξα τους κύβους μου : 30Χ30Χ30 είκοσι τον αριθμό. Έκανα τα πάντα με αυτούς. Βιβλιοθήκες, σε διάφορες μορφές και ύψη, έπιπλο τηλεόρασης, τραπέζι σαλονιού, κρεβάτι για φιλοξενούμενο, καναπέ… ανάλογα πως έφτιαχνα τους κύβους. Μετά χρησιμοποιήθηκαν σαν κουτιά αποθήκευσης και κάποια στιγμή μετά από 10+ χρόνια βρέθηκαν στα σκουπίδια.

Είχα αλλάξει φάση, παντρεμένος και με δύο παιδιά (τότε) είπα να φτιάξω το παιδικό δωμάτιο. Τότε η ΝΕΟΣΕΤ ήταν μονόδρομος για τα παιδικά. Όταν ζήτησα αυτό που ήθελα (κάποια έτοιμα κομμάτια, κάποια παραγγελία), ακούω την τιμή : 500.000 δρχ…Αφού πήρα μερικές ανάσες είπα το κλασσικό… καλά θα το σκεφτώ και θα σας πω. Και εξαφανίστηκα. Αυτή ήταν η αφορμή για την ΜΑΝΟΣΕΤ ( 🙂 ). Έδωσα κάπου 100.000 δρχ σε εργαλεία και περίπου 200.000 δρχ σε ξύλα κομμένα όπως τα ήθελα, έφτιαξα το δωμάτιο και μου έμειναν τα εργαλεία. Ήταν 1993 – περίπου. Από τότε η ΜΑΝΟΣΕΤ έχει κάνει πλήθος επίπλων. Τα παιδιά μου κοιμούνται σε δικά μου κρεβάτια εδώ και στο εξοχικό…

Θα μπορούσε να ήταν μια κλασσική κουκέτα. Αλλά το κλασσικό δεν μου πάει. Έτσι κανένας δεν παθαίνει κλειστοφοβία. Πίσω από το πορτοκαλί κάλυμα είναι ένα μεγάλο μπαούλο για τα παπλώματα, κουβέρτες και ότι άλλο χρειάζεται. Πίσω από τη σκάλα είναι τρία μεγάλα συρταρωτά ράφια ένα για τα ρούχα του καθενός.
Εδώ φαίνονται καλύτερα τα ράφια και το μπαούλο αλλά και το τέταρτο κρεβάτι του επισκέπτη…

Φτιάχτηκαν βιβλιοθήκες και ντουλάπες…

Βοηθός μου σε αυτό…η νταλίκα…

Χωρίς καθίσματα είναι πεδιάδα με σχεδόν δύο κυβικά μέτρα χώρο.

Έτσι έχω μεταφέρει την ξυλεία…

Τακτοποιημένα περιμένουν να δώσουν το αποτέλεσμα…
Σχεδιασμένα σαν ένα τεράστιο πάζλ…

Μετά από κάποιες μέρες δίνουν το έπιπλο…

Εννοείται ότι και το κρεββάτι και το τραπέζι είναι ΜΑΝΟΣΕΤ…

Και ένα ιστορικό κομμάτι. Η συρταριέρα που πάνω της μεγάλωσαν και τα τρία μου παιδιά. (το καθημερινό σέρβις 🙂 )

Ήταν 1990 όταν φτιάχτηκε… Τώρα έχει τα ρούχα μας στο εξοχικό.

Μετά πέρασα στην άλλη μου αγάπη… Τα ξύλινα ρολά… Δυσεύρετα πλέον. Κάνεις τα πάντα…

Τραπέζι για συμπόσια… Λίγο μεγάλο δεν λέω… αλλά καλό.
Και κουνιστή καρέκλα…
Και παγκάκια…

αλλά και ξαπλώστρα…

Ξαπλώστρα αλλά και η ξυλαποθήκη πίσω δικιά μου…

Έτσι τα ρολά έχουν μια δεύτερη ζωή και επειδή αυτό το ξύλο είναι για εξωτερική χρήση δεν παθαίνει και τίποτα.

Αλλά μας αρέσει και ο αθλητισμός… ( Η μπασκέτα έχει διαλυθεί λόγω αχρησίας… )

Τι σημασία έχει αν σαπίσανε τα πόδια και το τραπέζι ήταν για πέταμα. Με τρία τριπόδια, έχουν γίνει επικές μάχες Πινγκ πονγκ πάνω του.

Και έτσι φτάσαμε στο σήμερα… Αν δεν το καταλάβατε… δέχομαι και παραγγελίες. Μετά την συνταξιοδότηση, σίγουρα θα έχω να κανω.

Έχουμε πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο κατασκευών…

Το γραφείο του Παναγιώτη…Τα ξύλα βρίσκονται πάνω στο “πασχαλιάτικο τραπέζι”. Μια τάβλα με τέσσερα τριπόδια για 14 άτομα… Λειτουργεί πάντως και σαν πάγκος εργασίας…
…έτοιμο.
Γραφείο μεταβλητού ύψους για τον Χαράλαμπο – από 84 σε 124 εκ με υποβοηθούμενη ανύψωση από μπουκάλα αερίου από πορτ μπαγκαζ HONDA CIVIC… (440 Nt για περίπου 40 κιλά)
Και το σύστημα ασφάλισης… για να μη πέφτει όταν ακουμπάς τα χέρια σου πάνω του. Τραβάς το κορδόνι, φεύγει το ξύλο και βυθίζεται σιγά σιγά η επιφάνεια μέχρι να κάτσει στα 84 εκατοστά.

Από που ξεκίνησα… από την μυρωδιά του ξύλου και τον θείο μου τον Γιώργο. Έχει περάσει πολύς χρόνος από τότε. Ακόμα εξακολουθώ να σκέφτομαι έπιπλα και κατασκευές. Είναι η χαρά μου.

Φέτος το μενού έχει λουτρό. Οπότε έχουμε έπιπλα μπάνιου με εχθρό την υγρασία. Έχουμε μια μικρή ξυλαποθήκη, μια τέντα ή πέργκολα (θα δω τι θα κάνω).Καφασωτά στον τοίχο για τα αναρριχώμενα, και ράφια στην αποθήκη… Αυτά προς το παρόν. Να κοπεί η ξυλεία για τον χειμώνα, για να την έχουμε έτοιμη… και βλέπουμε. όλο και κάτι θα προκύψει… έκτακτο.

Αυτά λοιπόν για την σχέση μου με το ξύλο. Αγαπημένο υλικό με περίπου άπειρες χρήσεις.

Καλό σας βράδυ.

Μια ζωή απ’ όλα στο 61…

Κάτι σαν σουβλάκι να πούμε.

Δεν κρύβουμε το νούμερο… 61 είναι.

Κάποια στιγμή κοιτάζεις προς τα πίσω και λες….πω πω!!! 61 Πώς πέρασαν????

Με απ’ όλα. Ό,τι θέλεις υπήρχε. Χαρές, λύπες, αφίξεις αποχωρήσεις, νεύρα, ηρεμία, γέλια και κλάματα. Επιτυχίες και αποτυχίες. Από όλα.

Και ο καιρός περνάει και κοιτάζεις προς τα πίσω και βλέπεις τους γιούς σου… και θυμάσαι…

Ο καθένας έχει και μια κλήση για παράνομο παρκάρισμα…Πάνω στο πεζοδρόμιο στην Βασιλίσσης Σοφίας απέναντι από το πάρκο Ελευθερίας μια και οι τρεις ήρθαν στο Μαγγίνειο Μαιευτήριο. Μεσάνυχτα και κάτι εμφανιστήκαμε και τις τρεις φορές στην υποδοχή με την βαλιτσούλα μας… Τι θέλετε; μας ρώτησαν…. (λες και δεν φαινότανε)…Να γεννήσουμε είπαμε. Ο Παναγιώτης αποφάσισε να έρθει μετά από δώδεκα ώρες, ο Κυριάκος μετά από πέντε και ο Χαράλαμπος ίσα που προλάβαμε μια και φτάσαμε 1.30 μμ (μετά μεσονύκτιο) και 2.45 φώναζε από τον θάλαμο…και τώρα τους καμαρώνω άνδρες ολόκληρους. Δεν τους το λέω μη πάρουν τα μυαλά τους αέρα (είναι και αγόρια… τι βλακεία και αυτό) αλλά δεν μπορώ να μη καμαρώνω όταν είμαστε όλοι μαζί. Δεν ήταν εύκολο μια και η Χριστίνα για δέκα χρόνια δούλευε στη Χαλκίδα και πέντε το πρωί με πέντε το απόγευμα, ήταν στον δρόμο και τα παιδιά μαζί μου. Να τα φτιάξω, να τα πάω για τον σταθμό, να πάω στο σχολείο, να γυρίσω, να τα μαζέψω και να τα φέρω σπίτι να κοιμηθούν μέχρι να γυρίσει η Χριστίνα από τη Χαλκίδα (πεθαμένη από τη κούραση), και να ξεκινήσω εγώ τα μαθήματα. Όμως τα καταφέραμε.

Και όσο ο καιρός περνάει και κοιτάς προς τα πίσω και βλέπεις την επαγγελματική σου πορεία…και θυμάσαι…

Πως ξεκίνησες από τα φροντιστήρια. Με τα μαθήματα. Όμως δεν μπορείς να μη θυμηθείς εκείνες τις δουλειές έξω από το αντικείμενο των σπουδών σου, που όμως άφησαν το ανεξίτηλο ίχνος τους. Έτσι το καλοκαίρι της πρώτης και της δευτέρας γυμνασίου, δούλεψα στο τυπογραφείο του θείου μου Βασίλη. Μοναδική εμπειρία…Εκεί αγάπησα το χαρτί. Έμαθα τα βασικά της τυπογραφικής τέχνης, και μυήθηκα στην στοιχειοθεσία από τον κ Βησσαρίωνα, πατέρα του θείου μου. Η δεύτερη δουλειά μου το καλοκαίρι της τρίτης Γυμνασίου και της τετάρτης Γυμνασίου ( Α Λυκείου) στις φωτεινές επιγραφές του θείου μου το Μάκη. Ακόμα δεν θα ξεχάσω την πρώτη μέρα μου στη δουλειά. Πάω πρωί πρωί ΄Δευτέρα και μου λέει πάμε… Πάμε λέω και εγώ. Και βρεθήκαμε στο πέταλο του Παναθηναϊκού Σταδίου όπου φτιάξαμε μια φωτεινή επιγραφή με τους Ολυμπιακού κύκλους, ακριβώς πάνω στο πέταλο σε μια σκαλωσιά καμιά δεκαριά μέτρα ψηλή. (δεν ανέβαινα εγώ αλλά εγώ έδινα πράγματα από κάτω). Σίγουρα την έχετε δεί την επιγραφή. Ήταν εκεί από το 1975 μέχρι το 2004 που αντικαταστάθηκε με καινούργια, λόγω Ολυμπιακών. Κάθε φορά που είχε εκδήλωση στο Στάδιο άναβε. Ο θείος μου ο Μάκης με έμαθε να σκουπίζω… ναι να σκουπίζω με σκούπα. Αλλά με έμαθε και να βάφω με πιστολάκι κομπρεσέρ, να κάνω ηλεκτρικές συνδέσεις, να περνάω λάμπες, να βάφω με το πινέλο και ο κ Αριστείδης, ο γραφίστας της δουλειάς, με έμαθε να κάνω αφίσες, μεγάλα γράμματα, να γράφω ίσα στο λευκό χαρτί, να παίζω με τις αποστάσεις και το μέγεθος των γραμμάτων για το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. (στον καιρό των υπολογιστών το είπαν kerning). Μου έμαθε και την τεχνική του STENCIL που χρησιμοποίησα σε τεμπέλες αλλά και σε πρωτοχρονιάτικες πίτες για να γράψω τη χρονιά. Επίσης μου έμαθε να δουλεύω το κοπίδι, δεξιότητα που ακόμα και σήμερα είναι εξαιρετικά χρήσιμη.

Και πάμε στη τρίτη εξωκαθηγητική μου δουλειά… πωλητής ανοξείδωτων σκευών. Μετά τις εξετάσεις του Σεπτεμβρίου για τα Πανεπιστήμια το 1979 και περιμένοντας τα αποτελέσματα (τέλη Οκτώβρη) περνώντας από την Πλατεία Κάνιγγος βλέπω ζητείται βοηθός… και μπήκα. Συναντήθηκα με τον κ Σταύρου, ο οποίος με πολύ υπομονή με έμαθε στους σωστούς τρόπους επαγγελματικής συνεργασίας, στα δικαιώματά μου σαν εργαζόμενος. Με πολύ σεβασμό θυμάμαι την μορφή του αλλά και τις συμβουλές σου στην “επαγγελματική ηθική” (professional ethics – αν και ξέρω καλά ότι δεν είναι ο σωστός όρος). Εκεί πληρώθηκα με τα προβλεπόμενα από την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, όπου έμαθα και τι είναι αυτό και τι σημαίνει για τον εργαζόμενο. Τα πρώτα λεφτά που πήρα, δικά μου λεφτά – τα άλλα ήταν “χαρτζιλίκι” – με το που βγαίνω από το μαγαζί, πάω δίπλα σε ένα φωτογραφικό μαγαζί (πάνω στη πλατεία – ακόμα εκεί είναι ) και παίρνω την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή…μια CANON AT1 που μου άνοιξε τον δρόμο στην φωτογραφία. Τα Χριστούγεννα που πήγα να του ευχηθώ, μου έδωσε και τον 13 μισθό – το δώρο, ότι μου αναλογούσε για τις σαράντα μέρες δουλειάς – και εκεί έμαθα ότι οι μισθωτοί έχουν και δώρο Χριστουγέννων που το δικαιούνται…Με το που πήρα τα χρήματα πήγα δίπλα στο φωτογραφικό μαγαζί και πήρα κατευθείαν ένα καταπληκτικό τρίποδο KENLOCK που ακόμα έχω και είναι “σκυλί”.

Και έτσι μπήκα στο Χημικό Ιωαννίνων… για εμένα η καλύτερη τύχη…όπου έκανα την τέταρτη εξωκαθηγητική μου δουλειά…Ζητώντας από τον καθηγητή μου στην χημεία τροφίμων Μανώλη Βουδούρη, να μου βρει μια δουλειά σαν βοηθό χημικού σε κάποιο εργοστάσιο στο τμήμα τροφίμων, για να αποκτήσω μια κάποια εμπειρία από τον χώρο, κανονίζει και με στέλνει στην ΑΣΤΥ – βιομηχανία γάλακτος στον Ταύρο (δεν υπάρχει πια…)Υπήρξε όμως ένα πρόβλημα…η εταιρεία είχε κρατικοποιηθεί (1982) και μπορούσε να πάρει κόσμο μόνο με κανονική πρόσληψη και σε θέση που είχε ανάγκη. Έτσι βρέθηκα μισθωτός ανειδίκευτος εργάτης στη γραμμή παραγωγής του παστεριωμένου γάλακτος. Μεγάλο σχολείο. Εκτός του ότι είδα πως φτιάχνεται το γάλα που φτάνει στο σούπερ μάρκετ, έζησα την αγωνία του βιομηχανικού εργάτη, πήρα μέρος στην πρώτη μου απεργία. Μπήκα σε ψυγεία με -24 βαθμούς που φυλάσσονται τα παγωτά, έγινα ένα γρανάζι της μηχανής και βίωσα από πρώτο χέρι τι συμβαίνει σε μια ομάδα όταν δεν μπορείς να συντονιστείς. Καταπληκτική εμπειρία. Και πήρα μητρώο του ΙΚΑ του 1982 και τα πρώτα μου ένσημα. Τώρα μετά από 36 χρόνια στις τάξεις αυτές οι σαράντα μέρες μπορεί να κάνουν τη διαφορά. Θα δούμε.

Και φτάνουμε στην τελευταία μου εξωκαθηγητική δουλειά… πωλητής ειδών διατροφής μέσα από σεμινάρια. Δεν μπόρεσα ποτέ να δουλέψω γιατί δεν μπορώ να είμαι πιεστικός στον άλλο να πάρει κάτι που δεν θέλει ή έχει επιφυλάξεις στο αν του χρειάζεται. Και έτσι πολύ σύντομα αποχώρησα… Αλλά απόκτησα μια πολύ σημαντική δεξιότητα. Έμαθα να μιλώ μπροστά σε κοινό και κυρίως να μη χάνει το ενδιαφέρον του. Ο μέντοράς μου ήταν πολύ καλός σε αυτό.

Και το 1986 μπήκα πρώτη φορά σε τάξη, φροντιστηρίου… αλλά εδώ σταματάω…

Σήμερα λοιπόν έκλεισα τα 61…

Και μπορώ ακόμα να σβήνω τα κεράκια…

Και όπως λένε τα Εγγλεζάκια :

GROWING OLD IS INEVITABLE…GROWING UP IS OPTIONAL…

Τη καλησπέρα μου..