Τη λέξη αυτή την έμαθα σε προχωρημένη ηλικία. Μου είπαν είναι αρβανίτικη και σημαίνει με δυο λόγια ότι όταν λες κάτι, ο λόγος σου είναι συμβόλαιο. Δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω. Μόνο το λόγο σου.
Αυτό το είχα μάθει πολλά χρόνια νωρίτερα από τον πατέρα μου. Η φράση που μου έλεγε ήταν απλή. Όταν ανοίγεις το στόμα σου να μιλήσεις να είσαι σίγουρος για αυτά που θα πεις. Δεν πρέπει να λες και να ξελές. Όταν μιλάς τελείωσε. Αυτό είναι.
Έχω μάθει λοιπόν έτσι. Και πάντα προσέχω όταν ανοίγω το στόμα μου. Και όταν λέω ότι θα κάνω κάτι ο κόσμος να έρθει ανάποδα εγώ θα το κάνω.
Με αυτό στο μυαλό μου ανέλαβα συγκεκριμένες δεσμεύσεις για συγκεκριμένα πράγματα. Σε πολλές μεριές. Επαγγελματικές, φιλικές, οικογενειακές. Και όπου έπρεπε να γίνουν συζητήσεις και να αναληφθούν αμοιβαίες δεσμεύσεις έγιναν οι συζητήσεις που έπρεπε και αναλήφθηκαν οι δεσμεύσεις που έπρεπε.
Από ότι φαίνεται πάντως, κάποιοι δεν έχουν την ίδια άποψη για την προφορική δέσμευση. Κάποιοι είναι “είπα – ξείπα”. Κατά την άποψη μου αυτή η στάση σε “ισότιμους” μπορεί να είναι σπαστική αλλά εκεί πιάνεις το κολλητό – φίλο – γνωστό του λες δυο πράγματα και ξεμπερδεύεις. Αν τα καταλάβει συνεχίζεις τη παρέα. Αν δεν τα καταλάβει τα ξεκόβουμε και ξεμπερδεύουμε. Από την άλλη όμως αν αυτός ο άλλος είναι ανώτερος – στη ιεραρχία – προϊστάμενος, διευθυντής, προσωπάρχης ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο τότε το πράγμα αλλάζει. Αν αυτός χρησιμοποιεί τις υποσχέσεις για να σε πείσει να δραστηριοποιηθείς στο παραπάνω, και να δώσεις κάτι καλύτερο και μόλις σε βάλει στο “τριπάκι” και στη λογική, ξεχνάει τις δεσμεύσεις του και τις υποσχέσεις του, τότε το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να μη κάνεις τίποτα. Απλό είναι … να μη κάνεις τίποτα παραπάνω από αυτά που πρέπει να κάνεις, αλλά και τίποτα λιγότερο. Έτσι ώστε να καταλάβει ότι δεν έχει να κάνει με παιδάκια, που τους τάζουν καραμέλα και μετά τους λένε “χα χα σου την έσκασα, δεν εννοούσα αυτό” και άλλες τέτοιες μ…ς.
Λυπάμαι που το λέω, αλλά οποιοσδήποτε διαβάζει αυτό το κειμενάκι και έχει κόσμο “από κάτω του” (δηλαδή είναι προϊστάμενος κάθε είδους) να θυμάται ότι βρίσκεται ψηλά γιατί στηρίζεται στους ώμους κάποιων από κάτω. Αυτοί οι κάποιοι έχουν αξιοπρέπεια και δεν έχουν σκοπό να σκύβουν συνέχεια για να μπορεί να φαίνεται και να βλέπει καλύτερα ο “κος Διευθυντής” κάθε είδους. Και αν αυτοί οι “από κάτω” αποφασίσουν να μη σηκώσουν το φορτίο στους ώμους τους τότε ο “υψηλά ιστάμενος” δεν θα βλέπει τίποτα. Και δεν θα ξεχωρίζει σαφώς.
Η μπέσα λοιπόν κυρίες και κύριοι διευθυντές είναι βασικό προσόν κάθε διευθύνοντα που σέβεται τον εαυτό του και κυρίως τους ανθρώπους που του βγάζουν τη δουλειά. Όταν ανοίγετε το στόμα σας να ξέρετε τι λέτε και να το στηρίζετε, για να μπορείτε να σταθείτε απέναντι στους υφισταμένους σας. Όταν κρατάτε σημειώσεις για τις δεσμεύσεις να είστε σίγουροι ότι χρησιμοποιείτε μέσο που πιάνει το μελάνι και μένει, για να μπορέσετε να το διαβάσετε αργότερα. Αλλιώς θα μείνετε μόνοι σας απαξιωμένοι να σκέφτεστε πως θα δραστηριοποιήσετε το κόσμο σας. Βέβαια πάντα θα υπάρχουν οι “προσκείμενοι” που θα φροντίζουν να σας πείθουν ότι όλα είναι καλά. Αλλά προσέξτε όταν περπατάτε μη γλιστρήσετε στα σάλια ή μη πατήσετε καμία γλώσσα. Για μένα το χειρότερο που μπορεί να πάθει ένας μάνατζερ είναι να χάσει την αξιοπιστία του. Για εσάς;
Τα είπα πάλι. Όποιος διαβάσει διάβασε. Όποιος καταλάβει κατάλαβε. Με μισό αιώνα στη πλάτη δύσκολα σκύβεις το κεφάλι. Λυπάμαι.
Τη καλησπέρα μου.