Είναι κάποιες φάσεις που δεν έχουν λογική. Προσπαθείς να ερμηνεύσεις κάποια πράγματα – γιατί έτσι έχουμε μάθει, ότι όλα εξηγούνται – και δεν βρίσκεις άκρη. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι γίνεται και απλά τα δέχεσαι όπως έχουν. Έτσι έγινε και χθες.
Χθες είχαμε πάλι το θλιβερό καθήκον του αποχαιρετισμού. Αποχαιρετήσαμε τη Δώρα, γεννημένη πριν 26 χρόνια μόλις δίπλα ακριβώς στο πατρικό μου σπίτι, θυμάμαι τα κλάματα της στο μπαλκόνι, τα πρώτα βήματα της, όταν ξεκίνησε να πηγαίνει στο σχολείο. Μετά πια όταν έφευγε για τις βόλτες της από το σπίτι σαν νέα κοπέλα πια.
Χθες λοιπόν εκεί στο νεκροταφείο του Βύρωνα δεν μπορούσα να πω τίποτα. Τι να πεις άλλωστε και σε ποιον. Όμως άλλοι λέγανε και λέγανε και λέγανε… ένα συνεχές βουητό στα αυτιά μου. “Μα πως “έφυγε” από καρδιά τόσο μικρή;” και “Έμαθες τίποτε τελικά για το τι έγινε;” ή “άκουσα ότι δεν ήταν μόνη… ” και άλλα τέτοια. Δεν μπορώ να καταλάβω τελικά… Έχουμε χάσει το νόημα; Τι γίνεται; Είμαστε εκεί για ένα λόγο. Η Δώρα έφυγε για το μεγάλο ταξίδι. Δεν θα τη ξαναδούμε να ξεμακραίνει στο βάθος του δρόμου με εκείνο το χαρακτηριστικό “νευρικό” βήμα της. Τι σημασία έχει πώς έφυγε. Δεν είναι πια μαζί μας. Δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται.
Καλό ταξίδι Δώρα.
Σας μαύρισα αλλά αν κοιτάξετε από το παράθυρό σας θα δείτε μια καταπληκτική μέρα έξω, σίγουρα όχι χειμερινή και μπορείτε πολύ εύκολα να καταλάβετε ότι μια καινούργια μέρα έχει έρθει μαζί με όσες προκλήσεις κουβαλάει.
Τη καλημέρα μου.