Όταν είσαι πολύ “μικρός”…

Είναι μερικές φορές που αισθάνεσαι εντελώς ανίσχυρος και μικρός για να αντιμετωπίσεις μια κατάσταση. Στο πρόσφατο παρελθόν βρέθηκα σε μια τέτοια κατάσταση όπου το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να περιμένω, ανήμπορος για οτιδήποτε άλλο.  Είναι από εκείνες τις φάσεις που καταλαβαίνεις ότι κάποια πράγματα ελέγχονται από άλλους παράγοντες και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Είναι μια φοβερή αίσθηση η οποία σε κάνει πραγματικά να αναθεωρείς πολλά πράγματα, κυρίως τις προτεραιότητες σου και τι πραγματικά έχει αξία.

Χθες ξαναβρέθηκα πάλι σε μια κατάσταση που δεν ήξερα τι να κάνω.  Θα προσπαθήσω να περιγράψω τις συνθήκες για να μπορέσετε να καταλάβετε τι έγινε.

Στο σχολείο μας όταν χτυπάει το κουδούνι έχουμε “αλλαγή”. Αυτό σημαίνει ότι μετακινούνται πολλοί μαθητές αλλάζοντας αίθουσες και πηγαίνοντας από όροφο σε όροφο. Με δεδομένο ότι το Γυμνάσιο Λύκειο, Ελληνικό Γαλλικό έχει περίπου 1300 παιδιά καταλαβαίνετε ότι υπάρχει πολύς κόσμος που κινείται. Κατεβαίνοντας λοιπόν και εγώ από το 4ο όροφο για ένα μάθημα στο 1ο που είναι τα αμφιθέατρα, οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι από παιδιά. Ξαφνικά μπροστά μου στα 10 μέτρα μια κοπελίτσα από το Γαλλικό τομέα (δεν την ήξερα γιατί γνωρίζω όλα τα παιδιά του Ελληνικού τομέα – όχι ότι είχε καμία σημασία ) γέρνει δεξιά, ακουμπάει στο τοίχο και …πέφτει κάτω.  Όλοι οι γύρω – πολλοί συμμαθητές της – αμέσως απομακρύνθηκαν (!!!) και κοιτάγανε. Πλησιάζω γρήγορα, έχοντας την αγωνία – ομολογώ – για το τι θα αντιμετωπίσω.  Με το που γονατίζω δίπλα της έρχεται και μια φίλη της, απομακρύνω τα μαλιά από το πρόσωπο και – κατά τα φαινόμενα ήταν μια λιποθυμία. Φωνάζω – για να “ξυπνήσουν” και λιγάκι – να φέρουν ένα ποτήρι νερό από τα εργαστήρια και μέχρι να έρθει το παιδί με το νερό η κοπελίτσα είχε συνέλθει αλλά ήταν κατάχλωμη και “αποπροσανατολισμένη”. Της μίλησε λίγο η φίλη της, ήπιε λίγο νερό, έριξε και λίγο στο πρόσωπό της και με τη φίλη της πήγε στο ιατρείο, για να δουν τι γίνεται.

Πιθανότατα να ήταν κάτι με “δίαιτες” και άλλα τέτοια που κάνουν τα παιδιά σε αυτές τις ηλικίες. Αλλά εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ανήμπορος. Δεν ήξερα τι γίνεται και κυρίως τι να κάνω. Από προσωπική ανησυχία, κυρίως για τα παιδιά μου έχω διαβάσει κάποια βιβλία πρώτων βοηθειών αλλά και πάλι δεν ξέρεις τι γίνεται, και κυρίως πως να αντιδράσεις σε αυτές τις περιπτώσεις. Η αλήθεια είναι ότι και από την μεριά μου δεν το “παρακολούθησα” το θέμα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, που έχουν να κάνουν με την υγεία, αισθάνεσαι ανήμπορος  και πολύ μικρός για οτιδήποτε. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να περιμένεις. Από την άλλη μου έκανε εντύπωση η αντίδραση των παιδιών. Από τη μια μεριά μπορώ να καταλάβω την αντίδραση, από φόβο, έκπληξη, αμηχανία… αλλά περίμενα τουλάχιστον οι φίλοι της να είχαν μια πιο άμεση αντίδραση. Δεν ξέρω αν περιμένω πολλά. Πάντως νομίζω ότι ο καθένας θα ήθελε μια άλλη αντίδραση, αν βρισκότανε σε μια τέτοια κατάσταση.

Τη καλησπέρα μου.

Το διαδίκτυο με μπερδεύει.

Έχει γίνει πολύ κουβέντα για την κοινωνική διαδικτύωση (social networking). Έχουν γραφεί πολλά πράματα και έχουν ειπωθεί ακόμα περισσότερα. Δεν αποσκοπώ να γίνω κοινωνικός αναλυτής ή να πω τα φοβερά και τρομερά. Θα περιγράψω απλά εγώ πως το είδα αυτό το φαινόμενο.

Ας ξεκινήσουμε από τα “φόρα”. Είμαι σε πολλά. Τόσο που σε πολλές περιπτώσεις ζορίζομαι να τα παρακολουθήσω. Όμως μέσα από αυτά έχω ωφεληθεί πολλαπλά. Δηλαδή το forum των διδασκόντων Φυσικές Επιστήμες είναι μια μεγάαααααλη παρέα μάχιμων καθηγητών που αγωνιούν καθημερινά για το πως θα κάνουν το μάθημά τους καλύτερο, δημιουργικότερο και πιο ωφέλιμο στους τελικούς δέκτες που είναι οι μαθητές τους. Παρακολουθώντας τις συζητήσεις μόνο όφελος έχεις αλλά και κάτι άλλο πολύ σημαντικό : ελπίδα. Ελπίδα για κάτι καλύτερο στην εκπαίδευση. Οι προβληματισμοί που αναπτύσσονται δείχνουν πως κάποιοι “ψάχνονται” και όταν ψάχνεσαι και δεν εφυσυχάζεις μόνο κέρδος έχεις.  Μετά είναι ένα άλλο foroum που παρακολουθώ είναι ένα σχολικό. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον γιατί από εκεί παίρνω το απαραίτητο feedback από τους μαθητές. Μέσα από τις ερωτήσεις τους βλέπω τι δεν καταλαβαίνουν ή παρερμηνεύουν αλλά και σε ποιο ανοικτά θέματα βλέπω τις αγωνίες τους και τους προβληματισμούς τους. Και όλα αυτά τα θεωρώ σημαντικότατα, γιατί εκτός από τη χημεία, το αντικείμενο μας είναι και οι άνθρωποι. Οι μαθητές μας όχι αν είναι “καλοί” ή “κακοί” μαθητές αλλά οι ανθρωποι που έχουμε μπροστά μας. Και είναι σημαντικό να μην αποκοπούμε από αυτές τις ηλικίες. Δυστυχώς όμως όσο αυξάνεται η “εμπειρία” τόσο αυξάνεται και η απόσταση. Και αυτό δεν πρέπει να γίνεται. Πρέπει να προσπαθούμε όσο γίνεται να παρακολουθούμε τι γίνεται σε αυτές τις ηλικίες.

Τα φόρα έχουν το πλεονέκτημα της “μη προσωπικής” επαφής και κατ’ επέκταση της άνεσης στην έκφραση. Αυτό για τους μαθητές κυρίως είναι σημαντικό. Πολλές φορές δυσκολεύονται να περιγράψουν αυτά που θέλουν γιατί κομπλάρουν ή γιατί εμείς είμαστε προκατειλημμένοι ή πολύ απασχολημένοι για να ακούσουμε. Μέσα από τα φόρα μπορούν να εκφραστούν πιο άνετα και να πουν αυτά που θέλουν.

Όμως από την άλλη τόσο στα “φόρα” όσο και στα chat – στα οποία οι μαθητές επιδίδονται μετά μανίας, έχουν ένα άλλο μειονέκτημα. Λείπει η προσωπική επαφή και επικοινωνία. Λείπουν όλα εκείνα τα “αφανή” χαρακτηριστικά της επικοινωνίας.  Έτσι σήμερα μετά από πολύ καιρό βρέθηκα με μια φίλη που τα λέγαμε πολύ συχνά μέσω διαδικτύου αλλά, το πόσα μπορέσαμε να πούμε μέσα στη μιάμιση ώρα που μοιραστήκαμε το καφέ δεν μπορούν να γίνουν μέσα από το διαδίκτυο. Και κυρίως το γέλιο που ρίξαμε και το πόσο καλά περάσαμε – και δεν νομίζω ότι μιλάω μόνο για μένα – δεν μπορούν να γίνουν μέσα από το διαδίκτυο. Νομίζω ότι θα αρχίσω να παίρνω τηλέφωνα και να ξεσηκώσω κόσμο μπας και αρχίσουμε να ξαναβρισκόμαστε και να μιλάμε.

Μια άλλη εφαρμογή είναι αυτό που έγινε με τους φίλους συν-χημικούς. Το ιντερνέτ βοήθησε πολύ στο να βρεθούμε αλλά κυρίως στο να παραμείνουμε σε επαφή. Το φωτογραφικό άλμπουμ που δημιουργήθηκε μας γύρισε όλους πολλά χρόνια πίσω αλλά και πάλι δεν έχουμε μάθει πολλά. Είμαστε “παλιάς κοπής” και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είμαστε εξοικειωμένοι με πληκτρολόγια και σχόλια, και ανταλλαγές απόψεων μέσα από τους υπολογιστές. Παρόλα αυτά είμαστε πια μια μεγάλη παρέα και με εξαίρεση 2-3 οι υπόλοιποι επικοινωνούμε άμεσα.

Δεν ξέρω τελικά Η προσωπική επικοινωνία είναι αναντικατάστατη. Το χαμόγελο του συνομιλητή σου – και κάποια χαμόγελα είναι μοναδικά – αλλά και η ελάχιστη αλλαγή στην έκφραση του προσώπου του είναι αναντικατάστατη. Η χροιά στη φωνή αλλά και η αμεσότητα στις απαντήσεις, είναι αναντικατάστατη. Ναι το Ιντερνετ μηδενίζει τις αποστάσεις αλλά ταυτόχρονα χάνεις πολλά. Θα “πάρω”  λίγο αλλά σίγουρα θα συνεχίσω να βγαινω, είτε είναι για καφέ στο Παγκράτι, είτε είναι για λιβανέζικο στο Φάληρο.

Τη καλησπέρα μου.

Οδηγώντας στην Αθήνα. Μέρος…1

Όσοι οδηγούμε στην Αθήνα σίγουρα έχουμε να πούμε. Τα βλέπουμε καθημερινά και πολλές φορές μας επηρεάζουν.

Να δώσω μερικά στοιχεία για μένα. Οδηγάω ένα από αυτά που λένε μεγάλα και φαρδιά αυτοκίνητα. Σαν αυτοκίνητο δεν χαρακτηρίζεται “αυτοκίνητο επιδόσεων” αν και δεν φείδεται δυνατοτήτων στην ανάγκη. Είναι ένα επταθέσιο πολυμορφικό. Άρα οδηγώντας το στην Αθήνα πρέπει να είσαι τουλάχιστον υπομονετικός και σίγουρα προσεκτικός στα “στριμώγματα”.

Σήμερα λοιπόν βρέθηκα πρωί πρωί στο σχολείο – ως συνήθως. Είναι μια ώρα δύσκολη – για όσους περνάνε από εκεί, γιατί έρχονται οι γονείς με τα παιδιά και τα αφήνουν για να πάνε στο μάθημά τους. (Προσέξατε ότι είπα γονείς… 9 στους 10 είναι μαμάδες και δυστυχώς αυτό έχει τη σημασία του). Σταματάνε λοιπόν όπου βρούνε – κυριολεκτικά – για να κατεβούν τα παιδιά, οπότε από πίσω γίνεται … το χάος. Και καλά να είναι μεγάλα παιδιά. Αν είναι μικρά που πρέπει να τα παραδώσουν “ιδιοχείρως”, τότε το πράγμα γίνεται κόλαση. Γιατί αφήνουν το αυτοκίνητο… για 2 λεπτά (τουλάχιστον έτσι νομίζουν) και μετά χαμός.

Σήμερα λοιπόν κατεβαίνοντας να αφήσω τα “παιδιά” και να πάω να παρκάρω (αυτά τα δύο δεν γίνονται ταυτόχρονα εδώ και πολύ καιρό) βρίσκομαι μπροστά στην εξής εικόνα. SKODA vs TOYOTA. Ένα SKODA να βλέπει τα πλευρά ενός TOYOTA σε απόσταση εκατοστών και οι δύο “οδηγίνες” (Θα φάω ξύλο στο τέλος αλλά δεν φταίω εγώ… έτσι ήταν) να κοιτιούνται. Έκοψα αφήνοντας χώρο για μανούβρες τους – αισιόδοξος εγώ – και περίμενα. Μετά από 2-3 λεπτά που λέγανε “ένθεν – κακείθεν” διάφορα μέσα από τα κλειστά παράθυρα συνειδητοποίησαν ότι δεν ακούγονταν και κατέβασαν το παράθυρο να “συνεννοηθούν”. Τουλάχιστον οι χειρονομίες δεν παρέπεμπαν σε συνεννόηση αλλά τέλος πάντων. Λέει λοιπόν η κ ΤΟΥΟΤΑ στην άλλη κυρία να κάνει πίσω… για να στρίψει. (Να σημειωθεί ότι η ΤΟΥΟΤΑ είχε προτεραιότητα και ΟΛΑ τα δίκια, μα όλα τα δίκια κυριολεκτικά – και καλά συμπεριφέρθηκε). Έλα όμως που το ΣΚΟΝΤΑ ήταν από τα “ελαττωματικά”… που δεν στρίβουν, δεν έχουν όπισθεν (κυρίως σε ανηφόρα) και άλλα τέτοια!!!. Έτσι είχαμε δεύτερο γύρο “συνεννοήσεων”. Το ΤΟΥΟΤΑ δεν ήταν “ελαττωματικό”… και μανούβρες έκανε και έστριβε και τα πάντα. Ναιιιιι!!!! Εκεί λοιπόν που κάνανε τις δεύτερες συνεννοήσεις βρήκα ευκαιρία με τη νταλίκα μου να παρακάμψω, να περάσω και να φτάσω στο στόχο μου. Δεν έκατσα να δω τι έγινε αν και είδα το πεζοδρόμιο μπροστά στο ΤΟΥΟΤΑ να ετοιμάζεται να δεχτεί ένα βαρύ φορτίο.  Η αλήθεια είναι ότι περνώντας είδα τους συν – οδηγούς που ήταν εγκλωβισμένοι και περίμεναν να χαμογελάνε και αυτό ήταν καλό. Έχουμε αρχίσει να το διασκεδάζουμε.

Σε άλλη φάση στον περιφερειακό βρέθηκα μπροστά από τον “κολλητό” μου. Έτσι σε ένα δρόμο με όριο 80 πηγαίνω με 120  (σσσσ!!!!! δεν είπα τίποτα) όπως και τα 10-12 αυτοκίνητα μπροστά μου που βλέπω (Ε ναι ! δεν ήμουν μόνο εγώ κύριε… και άλλοι το κάνανε).  Και …τσακ ο “κολλητός” μου (μήπως πρέπει να γράφω “κωλητός”;) με τα φώτα αναμμένα και να πιέζει να φύγω από τη μέση… για να περάσει. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά δεν είχα που να πάω και έμεινα εκεί που ήμουνα. Διότι όλοι τόσο πηγαίναμε και αν χωνόμουν δεξιά θα προκαλούσα πανικό στους άλλους μια και μόλις έμπαινα θα “έπεφτα στα φρένα” για να μη τους πάρω “παραμάζωμα”.  Έτσι συνέχισα στο ρυθμό που είχα αφήνοντας τον να απολαμβάνει 1,8 g CO2 για κάθε χιλιόμετρο που επέμενε να είναι κολλημένος στην εξάτμισή μου. Δεν ασχολήθηκα παραπέρα.  Καλώς κακώς δεν ξέρω. Νομίζω όμως ότι αν ήμουν συνέχεια απασχολημένος με τον “πισινό” μου τότε οι μπροστινοί μου μάλλον κινδυνεύανε και δεν νομίζω ότι φταίγανε σε τίποτα. Ούτε εγώ η αλήθεια είναι.

Και πάμε στο τελευταίο για σήμερα. Τα παιδιά με τις μηχανές. Η αλήθεια είναι ότι τα δίτροχα είναι η μόνη λύση για την Αθήνα. (Δεν λέω για μηχανές μόνο αλλά για όλα τα δίτροχα). Οδηγώντας και τα δύο έχω μια άποψη. Φυσικά και “η τάξη των δικυκλιστών” (ναι έτσι μας λένε…όσους οδηγούνε δίτροχο…) δεν είναι με το φωτοστέφανο της αλλά όπως λέμε 1000 καλοί και ένας κουλός, ο κουλός φαίνεται. Τέλος πάντων.  Στον περιφερειακό λοιπόν ή στην Εθνική, πολύ συχνά, τους βλέπω με τα φώτα να έρχονται, με διαφορετική ταχύτητα από τη δική μου. Εκεί λοιπόν προσπαθώ όσο γίνεται να “μαζευτώ” ή “ανοιχτώ” για να τους δώσω όσο γίνεται περισσότερο χώρο. Αν είμαι αριστερά βγάζω φλας αριστερά – φυσικά και δεν έχω που να πάω αφού έχω το διαχωριστικό αριστερά – αλλά του δίνω να καταλάβει “ότι στρίβω αριστερά και έχω τοποθετηθεί κατάλληλα…” άρα επιτρέπεται να περάσει από δεξιά. Το βασικό που του λέω είναι ότι τον “έχω δει” και τον προσέχω. Αν είμαι σε κεντρική λωρίδα βγάζω φλας από την άλλη μεριά από αυτή που έρχεται, δεν αλλάζω λωρίδα, αλλά μαζεύομαι όσο με παίρνει μέσα στη λωρίδα μου δίνοντας του χώρο.  Γιατί όταν πας με 160-180 Κμ κακά τα ψέμματα, δεν στρίβεις εύκολα ούτε φρενάρεις. Και εμείς έχουμε ένα τόνο σίδερα να μας προστατεύουν και δεκαπέντε αερόσακους. Αυτός έχει το… μπουφάν του. Λοιπόν την επόμενη φορά που θα δείτε ένα “μηχανόβιο” μη πείτε : Α !το κ…παιδο πως πάει έτσι. Ή σιγά μη του κάνω χώρο και άλλα τέτοια “νταηλίδικα”. Με μικρή προσπάθεια διευκολύνετε τον να φύγει και να συνεχίσει το δρόμο του. Μπορεί να ζηλεύετε αν εσείς είστε καθηλωμένοι σε κάποιο μποτιλιάρισμα, αλλά η ταχύτητα της κίνησης που έχει η μηχανή έχει ένα πολύ μεγαλύτερο ρίσκο.

(Το παραπάνω κομμάτι είναι αφιερωμένο σε όσους “έχουν μετρήσει την άσφαλτο” σε μια προσπάθεια να γίνουν όσο γίνεται λιγότεροι. Για το Χάρη, τον Μανώλη (όχι εμένα) που μας περιγράψανε μετά πως έγινε αλλά  και όλους αυτούς που δεν ξέρω).

Αυτά και σήμερα. Πάω να “χτυπηθώ”… Τη καλημέρα μου.

Ο κατακλυσμός.

Σήμερα το μεσημέρι βρέθηκα στο Παγκράτι. Εϊχα “ραντεβού” με την βιβλιοπώλισσά μου για να χρηματοδοτήσω την καινούργια της πολυκατοικία αγοράζοντας τα σχολικά βιβλία.  Μόλις είχα τελειώσει την κατάθεσή μου ξεκίνησα για να πάρω τη σύζυξ από την δουλειά της προσπαθώντας να της εξοικονομήσω λίγο χρόνο. Την ώρα λοιπόν που πήγαινα να πάρω το σκούτερ μου …παφ η πρώτη σταγόνα. Και μετά παφ… η φίλη της και μετά παφ…. η άλλη φίλη. Γμτ ήταν ανάγκη να βγούνε βόλτα όλες μαζί. Δεν αφήνανε καμία σπίτι. Και μετά φέρανε όλη την οικογένεια, τη γειτονιά, τη πόλη,…και είχαν τόση βιασύνη να φτάσουν στο χώμα που πολύ σύντομα…κολυμπούσα στα λασπόνερα. Δεν μπορούσα να δω το απέναντι πεζοδρόμιο.

Αλλλλλλλλλλάααααα όοοοοοοχιιιι. Σιγά που θα με τρομάξει μια βροχούλα. Έ όχι λοιπόν. Σε μια έκρηξη “αδρεναλίνης” (ψιτ σε βλέπω… μην αλλάξεις τη λέξη. Άντε μπράβο) είπα θα κατέβω κέντρο.

Με σταθερό βήμα λοιπόν πλησιάζω το σκούτερ που μόλις είχε τελειώσει το πρώτο χέρι πλυσίματος και ήταν στο ξέβγαλμα. Ανοίγω τη σέλα και βγάζω από κάτω το πόντσο της POLO Το ρίχνω από πάνω μου, τα καλύπτει όλα,   καβαλάω το σκούτερ και ξεκινάω το ταξίδι μου…

Μέσα σε 3 λεπτά έχωσα το σκούτερ με τη μούρη μπροστά σε κάτι μαγαζιά και έψαχνα να βρω τη νιτσεράδα μου. Μόλις τη φόρεσα ξανά ξεκίνησα. Η Χρεμωνίδου δεν είχε άσφαλτο, μόνο νερό. από άκρη σε άκρη. Αλλά ποιος νοιάζεται. Η Φιλολάου ήταν ένας ορμητικός χείμαρρος… αλλά ποιος νοιάζεται. Η Υμηττού είχε αρκετό νερό για να φτάσει μέχρι το γόνατό μου. Μια χαρά τώρα έχουν μείνει ελάχιστα μέρη του σώματός μου στεγνά. Αλλά ποιος νοιάζεται. Και συνεχίζω φτάνω μπροστά στο άλσος Παγκρατίου. Έχω φάει όλη τη βροχή από πάνω αλλά και από τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Μιλάμε για κουβάδες. Και κλατς!!!! ο επόμενος. Οι οδηγοί αυτοκινήτων σε αυτές τις περιπτώσεις είναι δύο ειδών. Αυτοί που ονειρεύονται να αποκτήσουν jet ski και επειδή δεν τα κατάφεραν κοιτάνε να κάνουν το αυτοκίνητο τους jet ski. Και όλους τους άλλους τους έχουν χ….νους. Είτε είναι κάποιοι πεζοί που έχουν την ατυχία να κυκλοφορούν είτε οδηγοί μηχανών που προσπαθούν φτάσουν κάπου με αυτό το καιρό. Η άλλη κατηγορία οδηγών είναι οι ρομαντικοί που ονειρεύονται γόνδολα και πάνε με μηδέν μέσα στη μέση του δρόμου. Εντάξει δεν βρέχουν όλο το κόσμο αλλά αν έχεις φάει όλο το νερό της βροχής θα ήθελες να το τελειώσεις το μαρτύριο της “σταγόνας” μια ώρα αρχύτερα. Και από τα δύο είχαμε. Είχαμε και κάποιους με διχασμένη προσωπικότητα. Ήταν κάποιοι που οδηγούσαν αυτά τα κίτρινα οχήματα. Όπου έβλεπαν πεζό τα κάνανε γόνδολα και στα ενδιάμεσα τα κάνανε jet ski. Και το καλύτερο δεν μπορούσες να προσδιορίσεις τι είχες μπροστά σου κάθε φορά. Μπορώ να διαβεβαιώσω ότι τα νεύρα μου όμως είχαν γίνει κρόσσια.

Και εκεί που πήγαινα λοιπόν στρίβω αριστερά για το ΕΙΕ και ξαφνικά σπλατς!!! από τα στενά πάνω, ένα ολόκληρο ποτάμι με χτύπησε στα πλάγια και έγινε το κακό. Τα πλημμυρίσαμε όλα. Τελείωσε έσβησε μέσα στη μέση το δρόμου. Νερό πάνω, νερό κάτω και φυσικά νερό από τα πλάγια.Όλο και παντού νερό. Αλλά ποιος νοιάζεται. Σιγά σιγά και με τη μίζα έφτασα στο πάρκο της Ριζάρη. Εκεί το πανέμορφο πάρκο είχε μετατραπεί σε μια τεράστια καφέ λίμνη. Μάλλον δεν σκεφτήκανε να βάλουν λούκια (!!!). Αλλά δεν πειράζει. Το λασπόχωμα έτρεχε ανάμεσα στις πέτρες του τοιχώματος. Ίσως να το είχε πάρει και μαζί του το τοίχωμα αν διαρκούσε λίγο περισσότερο. Αλλά ποιος νοιάζεται.  Και αν γέμισε όλος ο δρόμος με χώματα μέχρι το στάδιο…ποιος νοιάζεται. Και ναι έφτασα στη Βασιλίσσης Σοφίας. Τουλάχιστον έτσι έλεγε η ταμπέλα γιατί η εικόνα ήταν άλλη. Ένας χείμαρρος και κάθε φορά που έφτανες σε στενό από τον Λυκαβηττό κρατούσες σφικτά το τιμόνι μη σε πάρει το ρέμα.  Αλλά ποιος νοιάζεται. Ευτυχώς είχε και λίγη κατηφόρα και έτσι έφτασα επιτέλους Κριεζώτου και Πανεπιστημίου. Και όλη οι υπάλληλοι περιμένανε να σταματήσει η βροχή. Εγώ ευτυχώς ακολουθούσα τον μπροστινό μου γιατί αν περίμενα να δω το δρόμο … δεν θα έφτανα ποτέ.  Εκεί ήταν ωραία. Ναι!!! Τα καπάκια από τις αποχετεύσεις χορεύανε, ναι!!! από τους τοίχους τρέχανε νερά από τα καλυμμένα λούκια που δεν τραβάγανε, μπροστά είχε μια λιμνούλα μεγαλείο και γέμιζε συνέχεια με φρέσκο νερό από το ποταμάκι Κριεζώτου, που κατέβαινε από το λόφο του Λυκαβηττού. Ειδυλλιακό τοπίο. Καλή παρέα μια χαρά.

Μετά έκοψε επιτέλους. Έβλεπα το απέναντι πεζοδρόμιο. Τα νερά υποχώρησαν. Είχαν λέει μια δουλειά κατά την παραλία. Δεν είδα ειδήσεις για να δω ποιους συνάντησαν εκεί.

Έτσι το είδα και αυτό. Πολύ νερό σήμερα.  Άξιζε πάντως. Γιατί ξύπνησα λιγάκι.  Φαντάζομαι ότι και εσείς αν είσασταν στο δρόμο, μπορείτε να καταλάβετε τι εννοώ.

Τη καλησπέρα μου.

Επιτελους ήλιος…

Τελικά έχω ανάγκη τη φωτοσύνθεση. Μια βδομάδα τώρα με τον σκουντούφλη το καιρό ψυχοπλακώθηκα. Αλλά σήμερα νομίζω ότι θα πάρουμε το “αίμα” μας πίσω. Ένας πανέμορφος ήλιος μας καλεί … και μάλλον θα ανταποκριθώ στην πρόσκληση. Σήμερα τελειώνω νωρίς…

Έτσι παίρνω τη δόση μου από το διαδίκτυο και έχω φτιάξει μια φραπεδιάααααα και ετοιμάζομαι να μπαλκονιστώ… διαβάζοντας ένα βιβλιαράκι που μου αρέσει.Έτσι θα ηρεμήσω λιγάκι να έρθω στα ίσα μου. Ωραία να κάααθεσαι. Η βδομάδα σπάει στη μέση αν έχεις μια μέρα έτσι να χωρίζει λιγάκι.

Η Σμαράγδα και η Αμαλία μου μίλησαν για άγχος. Μα τι να πω… Αν ακούσεις ραδιόφωνο ή τηλεόραση ψυχοπλακώνεσαι. Να τώρα μόλις άκουσα για ένα νέο άνθρωπο που έφυγε από τη γρίπη. Όλοι φροντίζουν να είμαστε στη τσίτα. Μια χαρά είμαστε. Νομιζω ότι εγώ με τα δικά μου άγχη είμαι ευτυχισμένος. Πιστέψτε με. Μια χαρά είμαι.

Λοιπόν καλημερίζω. Το μπαλκόνι με καλεί. Το λέω για να σκάσετε από τη ζήλια σας… Και μην ακούσω κανένα να λέει για καθηγητές κλπ κλπ κλπ. Άλλωστε και να τα πείτε ο υπολογιστής θα είναι μόνος του. Βάζω το ραδιοφωνάκι να παίζει και έφυγα…

Οδηγώντας στη Δυτική Ελλάδα.

Φυσικά και θα γράψω το “οδοιπορικό” μου. Και θα μεταφέρω και τις εμπειρίες μου από την οδήγηση.

Ξεκινώντας από Αθήνα φτάσαμε στο Ρίο και περάσαμε στο Αντίρριο μέσω γέφυρας. Εδώ ένα σημείο που θέλει προσοχή.  Φτάνοντας στην έξοδο στο Αντίρριο έχει τα διόδια. Εκεί λοιπόν μια θυρίδα γράφει e-pass. Μη μπερδευτείτε ΔΕΝ είναι το ίδιο με της Αττικής Οδού. Εγώ τη πάτησα. Πήγα ο δικός σου μεσ’ στη καλή χαρά να περάσω και φυσικά δεν άνοιξε τίποτα. Ευτυχώς δεν είχα άλλο πίσω και έτσι οπισθοχώρησα και όταν μπήκα σε θυρίδα με υπάλληλο μου είπε ότι έχει δικό της e-pass. Με συγχωρείτε κύριοι… δώστε ένα άλλο ονοματάκι τέλος πάντων… Όλα τα άλλα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Εύκολα τη πατάς. Να ξέρουμε και εμείς που πάμε.

Μετά τη γέφυρα δεν έχει αλλάξει τίποτα μέχρι το Αιτωλικό. Η μαγεία της φύσης σε όλο της το μεγαλείο. Θα την απολαύσετε οπωσδήποτε γιατί είναι μάλλον απίθανο να μην έχετε νταλίκα μπροστά. Άρα η καλύτερη λύση είναι η καλή παρέα (ναι εγώ το είχα αυτό το προνόμιο) και η υπομονή ( Ε! εντάξει και από αυτό έχω). Και φυσικά απολαύσαμε τη διαδρομή. Μετά το Αιτωλικό όμως μετά από μια πρόχειρη “πλατεία” φεύγεις για Αγρίνιο σε ένα δρόμο Μ Α Γ Ε Ι Α. 21 χιλιόμετρα διαδρομής με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση, ίσιος, χωρίς λακκούβες ή “εκπλήξεις”. Και εκεί “ξεκαπνίζεις” και εσύ και το αυτοκίνητο. Δεν ξέρω πόσα γλυτώνεις αλλά και μόνο που δεν μπαίνεις στη Κλεισούρα και είσαι σε κάμπο φτάνει. Μεγαλείο.

Μετά πάλι στα ίδια. Κατεβαίνεις Αμφιλοχία  και αρχίζεις να ανεβαίνεις πάλι τα στροφιλίκια του Αμβρακικού μέχρι το Μενίδι της Αρτας. Μετά μπαίνεις στο κάμπο της Άρτας και πριν μπεις στην Άρτα έρχεται το δεύτερο “μπόνους”. Ο περιφερειακός της Άρτας. Μικρότερος αλλά εξίσου καλός σε βγάζει μετά τη Φιλιππιάδα.  Πολύ καλός και γρήγορος δρόμος. Μετά δεν έχει άλλο. Αρχίζει ο ανήφορος για Γιάννενα. Στην αρχή είναι ωραία και γραφικά μια και είσαι δίπλα στη κοιλάδα του Λούρου με τα πλατάνια και τις έντονες φωτοσκιάσεις.Μετά από αυτό ξεραΐλα. Ανεβαίνεις όλο το δρόμο και τέλος ανάμεσα από τα δύο “αυγά” (Δυο λόφοι Μικρό και Μεγάλο Αβγό) μπαίνεις μέσα στο οροπέδιο των Ιωαννίνων.

Δεν ξέρω άν θα κάνουν όλη τη διαδρομή όπως αυτά τα δύο κομμάτια. Πάντως σκάβουν σε διάφορα μέρη. Ελπίζω στην επόμενη συνάντηση να έχει περισσότερα κομμάτια και να μειωθεί ακόμα περισσότερο η διαδρομή.  (Τουλάχιστον χρονικά). Πάντως με τη γέφυρα και τα δυο αυτά κομμάτια ο χρόνος διαδρομής έχει μειωθεί στις 5.5 ώρες από τις 7 και, που κάναμε σαν φοιτητές.

Γυρνώντας η παρέα ήταν εξίσου καλή αλλά μεγαλύτερη. Έτσι αποφασίσαμε κατεβαίνοντας να “τσιμπήσουμε” λιγάκι και σταματήσαμε στην Αμφιλοχία. Αλλά προσοχή όχι στο κομμάτι που περνάνε το λεωφορεία και έχει τουριστικά εστιατόρια… Μετά τη πλατεία βγήκαμε λίγο παραλία και φτάσαμε στο κέντρο “Κραβασαράς” (που είναι το παλιό όνομα της Αμφιλοχίας – Καραβάν Σεράι). Εκεί οι γαρίδες λαδορίγανη είχαν τη τιμητική τους και όχι μόνο. Μετά από μιάμιση ώρα συνειδητοποιήσαμε δύο πράγματα. Αφενός μεν ότι περνάει γρήγορα η ώρα, άρα περνάει καλά και έπρεπε να ξεκινήσουμε μπας και φτάσουμε κάποια ώρα στην Αθήνα.

Τις “πληρώσαμε” τις γαρίδες μια και μας έπιασε μια φοβερή βροχή έξω από  την Αθήνα στα Μέγαρα και το ρίξαμε στο σημειωτόν μέχρι να μπούμε Αθήνα.

Τη καλησπέρα μου.

Η απομόνωση της μοναξιάς…

και η μοναξιά της απομόνωσης.

Το σκέφτομαι συνέχεια.  Πόσο μόνοι είμαστε τελικά. Βρισκόμαστε στο χώρο εργασίας μας. Με πόσους μιλάμε; Με πόσους μπορούμε να μοιραστούμε σκέψεις και ιδέες και να πούμε αυτό που πραγματικά αισθανόμαστε;  Φαντάζομαι θα συμφωνήσετε ότι είναι πολύ λίγοι. Και πολλές φορές κοιτάμε και πάνω από τον ώμο μας να δούμε ποιος άλλος ακούει.

Μιλάμε με τους γνωστούς μας και πάλι μιλάμε για γενικότητες και “ακίνδυνα” πράγματα.  Με πόσους μπορούμε να πούμε τις σκέψεις μας και ξέρουμε ότι θα ακούσουν; Με πόσους μπορούμε να μιλήσουμε και ξέρουμε ότι η άποψή τους είναι χωρίς “πίσω” σκέψεις.

Πολλές φορές έχω βρεθεί σε δύσκολη θέση όταν ρωτώντας ένα μαθητή/μαθήτρια το τι έχεις (απλά και μόνο αυτό) βρέθηκα αντιμέτωπος με μια εξομολόγηση πραγμάτων και καταστάσεων, που με αιφνιδίαζαν. Από τη μια μου έδειχναν ότι υπάρχει εμπιστοσύνη (κάτι που με τιμά ιδιαίτερα) από την άλλη όμως μου έκανε εντύπωση η ανάγκη να μιλήσουν, να βγάλουν προς τα έξω αυτά που τους ενοχλούν.  Και βέβαια απόρησα. Πως εγώ που βλέπω ένα παιδί μόλις 2 ώρες την εβδομάδα μπορώ να καλύψω τέτοιες ανάγκες. Μήπως θα έπρεπε άλλοι που βλέπουν τα παιδιά πολύ περισσότερες ώρες θα  έπρεπε να τους δίνουν αυτή τη δυνατότητα. Μήπως όμως και μέσα στα σπίτια μιλάμε; Πόσες φορές γυρνάμε από τη δουλειά κουρασμένοι και το μόνο που ψάχνουμε είναι ένας καναπές σε ένα, ει δυνατόν, άδειο σπίτι.Κάθε θόρυβος μας ενοχλεί ακόμα και της αναπνοής των παιδιών μας ή της γυναίκας μας (εντάξει υπερβάλλω λιγάκι αλλά καταλάβατε που το πάω). Δουλεύουμε λέει για να βελτιώσουμε το βιοτικό μας επίπεδο και το βελτιώνουμε, δεν λέω, απλά φτάνουμε σε σημείο να μη μπορούμε να το ευχαριστηθούμε. Μήπως να τα ξαναδούμε λίγο από την αρχή; Μήπως να αρχίσουμε να ευχαριστιόμαστε τη κάθε μέρα. Είμαστε με πάρα πολύ κόσμο γύρω μας… μόνοι. Και το να το καταλάβουμε είναι ίσως χειρότερο. Εκεί βλέπουμε ότι τελικά είμαστε απομονωμένοι.

Πως μου ήρθε όλη αυτή η “μαυρίλα”; Μας έβλεπα όλους στα Γιάννενα, να μιλάμε, να γελάμε και να καλαμπουρίζουμε σαν δεκαοχτάχρονα αδιαφορώντας για τους γύρω που βλέπουν πενηντάρηδες να συμπεριφέρονται έτσι. Και πράγματι δεν μας ένοιαζε. Δεν μας απασχολούσε καθόλου τι σκέφτονταν. Εμείς περνάγαμε καλά. Το είχαμε ανάγκη και το κάναμε πράξη. Βλέποντας τώρα προς τα πίσω όλο αυτό το τριήμερο… δεν μπόρεσα παρά να σκεφτώ “Γιατί άραγε το είχαμε τόσο ανάγκη;” Αυτό με οδήγησε στις παραπάνω σκέψεις.

Για μένα πάντως που λόγω οργανωτικής “επιτροπής”, είχα το προνόμιο και μίλησα με όλους, μιλήσαμε τόσο ανοικτά και εγκάρδια που μπορώ να πως με βεβαιότητα ότι “Ναι υπάρχει κάτι…Κάτι που μας δένει. Κάτι που δεν μπορεί ίσως να περιγραφεί αλλά σίγουρα σε κάνει να αισθάνεσαι ότι γύρω σου υπάρχουν δικοί σου άνθρωποι Αρκεί να αποφασίσουμε να τους μιλήσουμε. Υπάρχει τελικά μια χημεία.” Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τη θεά Τύχη που κανόνισε να βρεθούμε όλοι μαζί αλλά και όλους εσάς που προχωρήσαμε πέρα από αυτό, και το τυχαίο το κάναμε κατάσταση, σχέση, χημεία.

Τη καλησπέρα μου.

Back to school…

vangelis_back-to-school

Επιστρέψαμε στο σχολείο σήμερα και περάσαμε αξέχαστα πηγαίνοντας από συνεδρίαση σε συνεδρίαση. Εγώ ήμουν προνομιούχος. Δεν παρακολούθησα συνεδριάσεις γιατί έφτιαχνα το πρόγραμμα του σχολείου. Το έφτιαξα αλλά αυτό δεν λέει τίποτα γιατί ήδη έχει πρόβλημα. Τώρα θα μου πείτε τι έφτιαξα… Ε! μακάρι και να ήξερα. Κάθε μέρα πάω ένα πρόγραμμα για να ξεκινήσουμε και κάθε μέρα κάτι καινούργιο προκύπτει και αλλάζει. Έτσι και τώρα, αλλάξανε το πρόγραμμα ενός συναδέλφου αλλά ακόμα δεν ξέρουμε πως (!!!!). Καλό ε!!!. Το θέμα είναι ότι μάλλον αύριο θα το μάθω και πάλι θα προσπαθήσω να βγάλω πρόγραμμα. Είναι πολύπλοκο να το εξηγήσω, γιαυτό αφήστε το έτσι.

Λοιπόν τα χάπια μου τα παίρνω και είμαι καλά. (Αυθυποβολή το λένε)

Τη καλησπέρα μου.

Μεσ’στο μουσείο… μεσ’ στο μουσείο…

…θέλω να γίνω πορτραίτο και εγώ.Μουσείο!!! Αναφωνούσε ο δήμαρχος Χαρχούδας στη Λιλιπούπολη του Χατζηδάκη πριν καμιά ….ετία. Αν δεν το πιστεύετε κοιτάξτε εδώ.

Με προλάβανε… το ήξερα αλλά δεν πειράζει. Είναι καλό πολύ καλό, μα πάρα πολύ καλό αλλλλλά θέλει χρόνο…πολύ χρόνο…πάρα πολύ χρόνο. Άρα τι κάνουμε; Πάμε φροντίζοντας να έχουμε χρόνο. Είναι απλό. Και πάμε διαβασμένοι. Αν έχουμε και τα παιδάκια μας μαζί τους λέμε και δυο λογάκια. Δεν θα γίνουμε ξεναγοί εννοείται αλλά ας μη το περνάμε έτσι ξερά χωρίς μια κουβέντα.  Δυο λόγια για τον αρχαίο πολιτισμό. Τι σημαίνει να μετακινείς όλα αυτά τα “μάρμαρα” και να τα σκαλίζεις με “σφυρί και καλέμι” και όχι λέιζερ. Τι σημαίνει να σχεδιάζεις με το μυαλό 2500 χρόνια πρι ένα τέτοια αριστούργημα και όχι με το AutoCAD.  Πως μπορείς να οραματίζεσαι ένα ναό που στέκει 2500 χρόνια ανέπαφος. Γιατί αν δεν τον έκαναν μπαρουταποθήκη και δεν τον βομβαρδίζανε δεν έιχε κανένα λόγο να πέσει. Και αν δεν έπιανε ηθικό-θρησκευτική μανία κάποιων να σπάσουν τα γεννητικά όργανα των αγαλμάτων και μαζί με αυτά ό,τι έπιανε η βαριοπούλα. Και αν ο Έλγιν στην προσπάθειά του να πάρει τα κομμάτια που του άρεσαν δεν γκρέμιζε το μισό ναό… τότε θα ήταν εκεί αγέρωχος να μας κοιτάει. Βλέπετε δεν ήταν ο χρόνος που τον λύγισε το Παρθενώνα. Ανθρώπινες παρεμβάσεις ήταν πίσω από κάθε ζημιά του.

Τέλος πάντων πήγαμε. Τρίτη απόγευμα. Με τη μισή Αθήνα να λείπει. Δεν ήταν άσχημη ιδέα τελικά. Τα εισιτήρια… ηλεκτρονικά…Τελειώνεις πολύ πιο γρήγορα και δεν στήνεσαι στην ουρά.  Να βάλω και μια δικιά μου φωτογραφία σαν “τεκμήριο” παρουσίας.

Η θέα από το Μουσείο (Στη καφετέρια γιατί δεν επιτρέπεται μέσα)
Η θέα από το Μουσείο (Στη καφετέρια γιατί δεν επιτρέπεται μέσα)

Να φύγετε να πάτε … εκεί. Αξίζει.

Τη καλησπέρα μου.