… να είσαι με ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπούν.
Σ’ ευχαριστώ
Τη καλημέρα μου.
… να είσαι με ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπούν.
Σ’ ευχαριστώ
Τη καλημέρα μου.
Δεν σταματώ να με εκπλήσσω. Έτσι έγινε και εχθές και πραγματικά απόρησα με εμένα. Δεν περίμενα να αντιδράσω έτσι. Είδα και έπαθα να τα συνειδητοποιήσω. Να σας τα εξηγήσω για να καταλάβετε και εσείς.
Σας είχα μιλήσει για ένα συνέδριο στη Βέροια. Είχα ετοιμάσει λοιπόν μια εισήγηση και την είχα στείλει για κρίση από την επιτροπή του συνεδρίου. Χθες λοιπόν ήρθε η απάντηση της επιτροπής. Θα προσπαθήσω να περιγράψω ένα ένα τα βήματα και τα συναισθήματα, όπως και τι με παραξένεψε σε αυτά.
Έρχεται λοιπόν η απάντηση. Το βλέπω στο “γραμματοκιβώτιο” και όλο αγωνία (πρώτο συναίσθημα) πάω να το ανοίξω. Όπως ακριβώς περιμένουμε ένα πολύ σημαντικό γράμμα και όλο αγωνία σκίζουμε το φάκελλο. Το ίδιο ακριβώς. Και είδα κάτι πίνακες με νουμεράκια, δεν έδωσα και πολύ σημασία, και φτάνω γρήγορα στο τέλος, όπου είχε την απόφαση.
Η απόφαση έλεγε ότι η εργασία ΔΕΝ θα διαβαστεί στο συνέδριο. Μεγάλη έκπληξη (το δεύτερο συναίσθημα). Εργασία ΜΟΥ και να ΑΠΟΡΡΙΦΘΕΙ (!!!). Κάποιο λάθος θα έγινε. Να το ξαναδώ.
Βλέπετε τόσα χρόνια αυθεντία, και δεν έχω “ξαναφάει απόρριψη”. Μπορώ να πω ότι τσαντίστηκα (τρίτο συναίσθημα). Αλλά δεν είχα προσδιορίσει γιατί τσαντίστηκα. Με εμένα ή με τους άλλους. Δεν το περίμενα απλά.
Για να δω με ποια κριτήρια με έκριναν, για να μπορέσω να κρίνω αν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Η αμφισβήτηση της απόφασης (τέταρτο “συναίσθημα”). Για να δω τι γίνεται. Ναι εδώ καλά τα λέει, και εδώ και εδώ , χμ εδώ όχι και τόσο, μμμ εδώ τα λέει καλύτερα… κλπ κλπ. Δηλαδή κρίνω του κρίνοντες. Δηλαδή προσπαθώ να υποβαθμίσω τα κριτήρια και την απόφασή τους.
Μετά βλέπω στην κρίση ότι τη χαρακτήρισαν πολύ απλή και θεμελιώδη… Αυτό ήταν. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το πνεύμα του “ποιητή”. Μα αυτό ήθελα, να είναι απλή, θεμελιώδης. Μα πως δεν το κατάλαβαν (!!!) Κάτι πρέπει να κάνω. Πρέπει να δράσω… να τους εξηγήσω…(πέμπτο “συναίσθημα”). Να καταλάβουν.
Και γράφω ένα μηνυματάκι ότι ακριβώς αυτός ήταν ο στόχος και εσείς δεν το καταλάβατε. Δεν ξέρω αν έκανα μετάθεση ευθυνών, λέγοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι εγώ είμαι εντάξει αλλά εσείς δεν μπορέσατε να το καταλάβετε. Και έτσι θα στερηθείτε την εργασία ΜΟΥ. Και αν εσείς θέλετε να ανεβάσετε το επίπεδο του συνεδρίου, εσείς θα χάσετε που δεν θα έχετε θεμελιώδεις εισηγήσεις. (βαρέθηκα να μετράω “συναισθήματα”)
Μετά σκέφτηκα να περάσω στην “αντεπίθεση…” Να στείλω μια άλλη εργασία… Τι σκ… πόσο δύσκολο είναι πια να φτιάξω μια εργασία. Αλλά από την άλλη η τεκμηρίωση που μου έστειλαν ήταν σωστή. Αφού σχολίασαν ακριβώς τα σημεία που είχα επιλέξει να είναι έτσι. Και γιατί να στείλω άλλη. Για να δείξω ότι μπορώ; Να ικανοποιήσω τον πληγωμένο μου εγωισμό; Μα δεν είχα κάτι να κερδίσω. Η συγκεκριμένη επιλογή μου προφανώς ξέφευγε από τα κριτήρια που είχαν βάλει. Άρα ήμουν εκτός. Είναι απλό.
Γιατί τα γράφω πάλι όλα αυτά… Θέλω να το σκεφτούμε όλοι όσοι έχουμε κόσμο μπροστά μας στη δουλειά μας. Είτε είμαστε καθηγητές είτε μάνατζερς. Λέμε ότι οι καθηγητές κρινόμαστε καθημερινά από τους μαθητές, αλλά πόσοι μαθητές εκφράζουν αυτή τη κρίση. Χμ !!!Μάλλον κανείς ή κάποιος “ανάγωγος” ίσως. Για τους μάνατζερς δεν συζητάω. Εκεί έχει απόλυση. Έτσι πολύ εύκολα περνάμε στο αλάθητο. Και όταν έρθει “η ώρα της κρίσης” και δεν είναι αυτή που περιμένουμε αρχικά βγάζουμε οργή. Αλλά μετά τι βλέπουμε… ότι πάντα υπάρχει περιθώριο για κάτι καινούργιο και διαφορετικό και πάντα υπάρχει χώρος για κάτι καλύτερο.
Βέβαια εγώ “παρασύρθηκα” από το σχόλιο μιας συναδέλφου στη Σύρο, που είπε το εξής πολύ απλό : “Επιτέλους και μια εισήγηση που μπορέσαμε να καταλάβουμε…” Παίρνοντας αυτό σαν αφορμή, έκανα τη γενίκευση ότι πολλοί από τους συναδέλφους έχουν “άγνωστες” λέξεις στις ΤΠΕ και είπα ότι από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε για να μπορέσουμε να καταλάβουμε για το τι λέμε.
Νομίζω ότι όλοι μας πρέπει να προσπαθούμε για το καλύτερο και κυρίως να δεχόμαστε την κριτική, για να μπορέσουμε να δούμε πράγματα που αλλιώς δεν θα βλέπαμε.
Τη καλησπέρα μου.
Το έχω ανάγκη τώρα και έτσι κάνω διάλειμμα πριν ξεκινήσω. Σήμερα στο σχολείο είχαμε μαραθώνιο. Μετά ένα σπέσιαλ οκτάωρο διδασκαλίας, στις 3.30 άρχισε η παιδαγωγική συνεδρίαση του τετραμήνου – για τα αποτελέσματα και όχι μόνο – η οποία τελείωσε μόλις στις 6 το απόγευμα. Βουρ για το σούπερ μάρκετ για “φόρτωμα” και τώρα είναι μια ώρα που έχω γυρίσει στο σπίτι. Πρέπει να καθαρογράψω τις βαθμολογίες αλλά δεν έχω το κουράγιο. Διάλειμμα προεόρτιο για να ξελαμπικάρω λίγο και μετά … τα κεφάλια μέσα.
Αφορμή παίρνω από τα παιδάκια μου… όταν πριν κάποιο καιρό έγινε μια διακοπή ρεύματος, και έρχονται και τα τρία ξαφνικά πανικόβλητα και μου λένε…
-Κόπηκε το ρεύμα….
-Πω πω δεν το κατάλαβα (όλο το σπίτι στο σκοτάδι εν τω μεταξύ…).
– Και τι θα κάνουμε τώρα…;
– Θα περιμένουμε…
Οι σωστές ερωτήσεις ήταν : Τι θα κάνουμε χωρίς ΙΝΤΕΡΝΕΤ;Έχασα το παιγνίδι που έπαιζα… Και πως θα σερφάρω στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ… και άλλα τέτοια. Μετά τους έπιασε πείνα, αλλά η τοστιέρα ή ο φούρνος μικροκυμάτων δεν δούλευε… Μετά δεν μπορούσαν να δουν τηλεόραση… Ένα δράμα δηλαδή…
Με τα χίλια ζόρια τους έπεισα ότι μπορούμε να ανάψουμε κεράκια, και να καθίσουμε να μιλήσουμε λίγο, να πούμε μια κουβέντα έτσι απλά…
Δεν ήξεραν ακριβώς πως γίνεται αυτό το πράγμα…
Πως μου ήρθε πάλι;
Βρέθηκα προ ημερών σε μια Δευτέρα Γυμνασίου. Δεν κάνω μάθημα στο Γυμνάσιο αλλά μπήκα σε αναπλήρωση (θέση συναδέλφου που έτυχε να λείπει).Τι να κάνω λοιπόν; Baby sitting; Όχι… το σκέφτηκα καλά και είπα να τους κάνω Ιστορία…Επιστημών. Για να τους βάλω λοιπόν στο κλίμα… τους έκανα της εξής ερώτηση : Γίνεται διακοπή ρεύματος για 5 ώρες… τι κάνετε; Γιατί την έκανα την ερώτηση αυτή; Ήθελα να τους δείξω την εξάρτηση από κάποια πράγματα και μετά ήθελα να τους πω ότι δεν ήταν πάντα έτσι… και βήμα βήμα να τους πάω στον Αρχιμήδη και τον Αριστοτέλη για να φτάσουμε όσο μπορούσαμε πιο κοντά στις μέρες μας.
Οι απαντήσεις τους δεν με απογήτευσαν και μου δώσανε όλες εκείνες τις λαβές που ήθελα για να τους πάω εκεί που ήθελα.
Διαβάστε μερικές…
– Θα παίξω με το κινητό μου…, Θα παίξω PSP…, θα ανάψω ένα φακό…, θα ανάψω κεράκια…
Όταν σχολίασα γιατί δεν ψάχνετε για κανένα επιτραπέζιο ή να κάνετε καμία κουβέντα… η απάντηση ήταν “…μα είμαστε μόνοι στο σπίτι (!!!)”
Σχολιάζοντας για το πως θα ήταν η ζωή μας χωρίς φως, ή χωρίς τηλέφωνο, η χωρίς τηλεόραση, έγινε φανερό ότι δεν υπήρχαν τέτοια δεδομένα… για να τα σκεφτούν.
Η αλήθεια είναι ότι είχαν δίκιο τα παιδιά… Αυτά τα δεδομένα είχαν. Τι άλλο να γνωρίζουν…
Πόσο άραγε είμαστε όλοι μας έτοιμοι να διαχειριστούμε μια μέρα, χωρίς τηλεόραση, ραδιόφωνο, τηλέφωνο. Πόσο καλά είμαστε με τον εαυτό μας. Ή πόσοι άνθρωποι είναι κοντά μας, ώστε να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε χωρίς να έχουν προηγηθεί οι άπειρες συνεννοήσεις. Η Αθήνα είναι μοναδική στο να μην μπορείς να επικοινωνήσεις.
Πάντως νομίζω ότι οι γονείς πρέπει να εξοικειώσουμε λίγο τα παιδάκια μας με εναλλακτικές μορφές απασχόλησης ώστε να μπορούν να διαχειριστούν τέτοιες “κρίσεις”.
Δεν γράφω άλλο. Είμαι deforme σήμερα. Νομίζω ότι μετά από ένα δωδεκάωρο… μάλλον δεν τραβάω…
Δείτε το πάντως… Σκεφτείτε λιγάκι τι θα γίνει αν σβήσουν τα φώτα… Επ!!!!!! Σεμνά… Δεν μιλάμε για baby boom μετά από 9 μήνες…Καλά κάντε ό,τι θέλετε…
Τη καλησπέρα μου…
Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα. Γιατί κάνουμε όλα όσα κάνουμε; Τι περιμένουμε; Είναι κάποιες σκέψεις που με απασχολούν καιρό τώρα. Από τη μια ξεκινάνε από εμένα, αλλά και από παρατήρηση των ανθρώπων του ευρύτερου περιβάλλοντός μου. Κάποιοι που ξέρουν πρόσωπα και πράγματα, ίσως μπορέσουν να αναγνωρίσουν κάποιους. Νομίζω όμως ότι όλοι θα αναγνωρίσουν κάποιο φίλο που συμπεριφέρεται με αυτό το τρόπο.
Ας μιλήσουμε λοιπόν στο τρίτο πρόσωπο όπως κάνουμε συνήθως, όταν θέλουμε να προβάλλουμε δικά μας βιώματα και να τα συζητήσουμε, χωρίς να εκτεθούμε.
Έχω, λοιπόν, μια φίλη που είναι πολύ συγκεντρωτική. Είναι ένα άτομο φοβερά δραστήριο, που δεν βάζει “κ….λο κάτω” που λέει ο λαός μας. Κατά γενική ομολογία ασχολείται με 1500 πράγματα και σε όλα είναι πολύ ικανή. Κυνηγάει τη δουλειά της, το σπίτι αλλά και όλες τις εξωτερικές εργασίες που υπάρχουν όταν είσαι παντρεμένος με παιδιά σήμερα.
Όλα όσα συμβαίνουν στο σπίτι, θέλει να περνάνε από αυτή. Να έχει τον πλήρη έλεγχο σε όλα. Βασικά θεωρεί ότι ο σύζυξ δεν είναι ικανός να κάνει πολλά πράγματα, και έτσι “του αναθέτει” τα εύκολα. Ένα “αγώγι” ή κάποιο απλό “θέλημα” να κάνει. Όλα τα άλλα τα κυνηγάει αυτή. Από την άλλη σε όλα τα “σοβαρά” θέλει να έχει την εποπτεία η ίδια. Κυρίως σε ό,τι αφορά τα παιδιά είναι μόνο αυτή. Τα βράδια συνήθως την βρίσκουν ξεθεωμένη, και ετοιμόρροπη. Τα δικά της προβλήματα, όλα μπορούν να περιμένουν. Για αυτήν πάντα υπάρχει το αργότερα ή το εντάξει θα γίνει κάποτε. Προτεραιότητα έχουν τα παιδιά. Ο σύζυξ μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του. Και αυτή στο τέλος. Στη δουλειά της χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης κυρίως από το διευθυντή της αλλά και από τους συναδέλφους – γενικά – γιατί “ειδικά” είναι γνωστό ότι οι απόψεις διίστανται. Πάντως η “προϊσταμένη αρχή” όπως θα έλεγε και ένας άλλος φίλος είναι τόσο ευχαριστημένη από την αποτελεσματικότητά της που φροντίζει να της αναθέτει αποστολές, αλλά από την άλλη, σε περιπτώσεις που πρέπει να πάρει θέση και να υποστηρίξει δεν έχει πάντα κρατήσει την πρέπουσα στάση.
Είναι όμως βέβαιο πως κάθε φορά που εισπράττει συγχαρητήρια, όλα τα παραπάνω ξεχνιούνται. Όποτε κάποιος στόχος που βάζει πετυχαίνεται τότε εξαφανίζονται όλα : η κούραση, οι πόνοι (σωματικοί και ψυχικοί) αλλά και οι ασθένειες.
Και μπαίνει το ερώτημα τελικά. Πόσα από αυτά που κάνουμε γίνονται για να επιβεβαιώσουμε τον εαυτό μας; Πόση ενέργεια δίνουμε προκειμένου να μας πουν ένα μπράβο και να φουσκώσουμε από υπερηφάνεια. Πόσο μπορεί ο καθένας μας να αντέξει όλα όσα ζει καθημερινά, απλά και μόνο επειδή έχει τη δύναμη από μόνος του και όχι επειδή έχει την “έξωθεν καλή μαρτυρία”. Και όταν συνειδητοποιεί ότι μπορεί να τα αντέξει, τότε τι γίνεται. Ή αντίστροφα όταν συνειδητοποιεί ότι η συγκεκριμένη δική του ανάγκη επιβεβαίωσης μέσα από την αποδοχή τους, έχει γίνει σημείο εκμετάλλευσης, και όλοι θεωρούν δεδομένο ότι θα κάνει πράγματα που θέλουν, επειδή πάντοτε έτσι έκανε, τι γίνεται; Το να είσαι δεδομένος είναι κουραστικό. Το έχω ξαναγράψει “Κανένας δεν ενδιαφέρεται για αυτά που κάνω μέχρι να σταματήσω να τα κάνω”. (Το βρήκα σε αυτοκόλλητο ψυγείου). Έτσι είναι όμως. Όλοι θεωρούν ότι έτσι γίνεται και όταν πεις “‘Όχι δεν θέλω” παθαίνουν ένα “κάτι τις” και μένουν με το στόμα ανοικτό. Και ψάχνουν να βρουν το γιατί. Τι ψάχνουν δεν ξέρω. Γιατί έτσι “ΔΕΝ ΘΕΛΩ”. Είμαι και εγώ εδώ και έχω δικαιώματα. Όχι μόνο υποχρεώσεις. Η αλήθεια είναι ότι θέλει μεγάλη προσπάθεια να πεις όχι. Κυρίως αν δεν το έχει μάθει. Ή αλλιώς έχεις μάθει να δίνεις, να δίνεις, να δίνεις… Γιατί έτσι σου αρέσει… να δίνεις. Και κάπου βλέπεις το “τσουβάλι” και έχει αρχίσει να αδειάζει και να πέφτει άδειο στο πάτωμα, χωρίς κάτι να το στηρίζει. Από την άλλη πρέπει να μάθεις να στηρίζεις εσύ τον εαυτό σου. Η καθημερινή ανασφάλεια μας διαλύεται μέσα από την αποδοχή από τους άλλους. Όταν είπα σε μια παρέα ότι αυτή η συμπεριφορά για μένα σημαίνει “ανασφάλεια” με κοιτάξανε περίεργα. Όταν επέμεινα ότι εγώ έτσι ερμηνεύω αυτή τη συμπεριφορά μπόρεσαν και το είδαν από τη δική μου άποψη. Νομίζω ότι και αυτοί δεν το είχαν καταλάβει. Βλέπεις όταν έχεις μάθει έτσι και ξαφνικά σταματήσεις αισθάνεσαι και ένοχος. Θεωρείς ότι κάτι δεν κάνεις εσύ καλά. Ότι είναι δικό σου φταίξιμο. Για άλλη μια φορά είναι δική σου ευθύνη να το κάνεις – το όποιο πράγμα – και να το φέρεις εις πέρας. Η άρνησή σου αυτομάτως σημαίνει από τη μια ενοχές, και από την άλλη η ανησυχία και η αγωνία μήπως δεν γίνει καλά ή δεν γίνει καθόλου.
Και μετά πάμε στην επόμενη φάση. Τα κάνουμε όλα αυτά γιατί εμείς αισθανόμαστε καλά και μετά αρχίζουμε και γκρινιάζουμε ότι εμείς τα κάνουμε όλα, και ότι έχουν όλα πέσει στις πλάτες μας. Σε πρώτη ευκαιρία, με το που θα βρεθούμε με φίλους και γνωστούς αρχίζουμε και απαριθμούμε τι κάνουμε (όλα μόνοι μας), και πως περνάει η καθημερινότητά μας. Και -μάλλον – περιμένουμε δύο πράγματα. Από την μια τον θαυμασμό για το πόσα πολλά πράγματα κάνουμε και από την άλλη την συμπόνοια του ακροατηρίου που σηκώνουμε όλο αυτό το μαρτύριο – που επιλέξαμε – όλο μόνοι μας. Παράλογο; Ίσως. Αλλά για σκεφτείτε το. Για κοιτάξτε γύρω σας ή και στον καθρέπτη, και δείτε αν βλέπετε κανένα που να φωτογραφίζεται στα παραπάνω. Εγώ βλέπω. Και δεν μιλάω μόνο για τον καθρέπτη.
Τι έγινε; Περιμένετε τη λύση; Μακάρι και να ήξερα. Νομίζω ότι μια κουβέντα με το “περιβάλλον” που ζούμε θα βοηθούσε. Δεν φτάνει να μας το αναγνωρίζουν. Αν μπορούν να έχουν συμμετοχή, να αποκτήσουν. Ένα “όχι” πότε – πότε επίσης θα βοηθούσε. Μια ματιά στο καθρέπτη επίσης. Επίσης μια μικρή άσκηση… Ένα χαρτάκι στο πορτοφόλι όπου θα γράψουμε ΌΛΑ όσα έχουμε πετύχει – και θα δείτε ότι είναι πολλά. Αλλά θέλει προσοχή… ΌΛΑ όσα έχουμε πετύχει. Και κάθε φορά που μας έρχεται μια επιτυχία στο μυαλό θα την συμπληρώνουμε. Νομίζω ότι μας περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη. Αρκεί να μάθουμε να βλέπουμε τι έχει πετύχει ο καθένας.
Πολύ με έχουν απασχολήσει όλα τα παραπάνω. Κρίση μέσης ηλικίας λέγεται, απολογισμός, γκρίνια… Δεν ξέρω. Πείτε το όπως θέλετε. Τώρα αν τα “ξόρκισα” γράφοντας τα εδώ πέρα δεν ξέρω. Αλλά είναι πολύς καιρός που ήθελα να τα γράψω. Και το απέφευγα, γιατί φοβόμουνα λέει μην “εκτεθώ” ( 😉 )
Τη καλησπέρα μου.
Ξέρετε για τι μιλάω… Για εκείνο το χαρτί που έχει γράμματα πάνω και συνήθως προέρχεται από αγαπημένο πρόσωπο. Είναι εκείνο το χαρτί που ο “άλλος” ακουμπάει τον εαυτό του και σου μιλάει με τον τρόπο που μόνο αυτός ξέρει και περιγράφει πράγματα και καταστάσεις με εκείνο το μοναδικό τρόπο που έχει ο καθένας μας Και μέσα από το χαρτί ξεπηδάνε οι λέξεις και τα νοήματα.
Σήμερα πήρα γράμμα. Γυρνώντας από το σχολείο βρήκα το φάκελλο στο γραμματοκιβώτιο. Ειλικρινά δεν μπορώ να θυμηθώ από πότε έχω να πάρω γράμμα. Όλο λογαριασμούς ενημερώσεις, ειδοποιήσεις για συνελεύσεις, εκπτώσεις, εκδηλώσεις… Αλλά γράμμα ναι έχω πολύ καιρό να πάρω. Και ανοίγοντάς το και βλέποντας την κόλα τη γεμάτη αμέσως θρονιάστηκα και το διάβασα “μονορούφι”. Τη κάθε πρόταση τη διάβαζα δυο φορές μη τύχει και χάσω καμία λέξη. Αλλά διάβασα και ανάμεσα στις γραμμές. Και κατάλαβα πολλά. Πρώτα απ΄ όλα κατάλαβα ότι το γραμμα περιέχει το πιο πολύτιμο συστατικό που υπάρχει… χρόνο. Μετά έχει το δεύτερο πολύτιμο συστατικό… αποκλειστικότητα. Για να γράψεις ένα γράμμα πρέπει να αφιερώσεις χρόνο και σκέψη, Να συντονιστείς σε αυτόν που το γράφεις.και σήμερα με το καθημερινό τρέξιμο κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο. Είχε και άλλα πράγματα ο φάκελλος αλλά σε διαβεβαιώνω Αμαλία το δώρο ήταν το γράμμα. (Όχι ότι δεν θα βρει τη θέση του στο ταμπλό μου το “άλλο” ή ότι δεν το είχα κόψει στους διάφορους καταλόγους… αλλά το γράμμα…)
Δεν μπόρεσα να μη θυμηθώ εκείνες τις αυλές στις ταινίες του μεσοπολέμου που έμπαινε ο ταχυδρόμος και φώναζε στη “κυρά-Μαρία” ότι είχε γράμμα από το ξενιτεμένο και την αγωνία με την οποία άνοιγε το γράμμα για να το διαβάσει.
Τώρα να υποσχεθώ ότι θα απαντήσω με γράμμα… δεν ορκίζομαι. Αλλά ειλικρινά θα το προσπαθήσω γιατί νομίζω ότι έχουμε χάσει κάτι μαζί με τα γράμματα.
Τη καλησπέρα μου.
Είπα να αλλάξω λίγο την εικόνα. Αυτό μου άρεσε. Περισσότερο χρώμα. Βέβαια δεν έχει τις φωτογραφίες μου αλλά κάτι θα κάνουμε.
Η περίοδος είναι δύσκολη. Ο λόγος είναι ότι τελειώνει το τετράμηνο. Αυτό για ένα καθηγητή λυκείου σημαίνει ότι έχει περισσότερη δουλειά. Να βγουν αποτελέσματα.Να τελειώσουν τα διαγωνίσματα, και τέλος να βγουν οι βαθμολογίες για το τετράμηνο.
Εδώ έχουμε ένα άλλο θέμα πολύ κοινό επίσης. Την άγνοια των γονέων στη κατάσταση των παιδιών τους όσον αφορά τα αποτελέσματα. Συνήθως τα παιδιά ξεχνάνε να ενημερώσουν για τα γραπτά, ή δεν ξέρουν πως πήραν το τάδε βαθμό. Τα έχουμε ξαναγράψει. Δυστυχώς το θέμα είναι κοινωνικό και έχει πολλές προεκτάσεις.
Για να καταλάβετε τι εννοώ, θα σας μεταφέρω μια ιστορία όπως την άκουσα από τρίτους. Αφορά ένα περιστατικό σε αστικό λεωφορείο. Μπαμπάς μπαίνει στο λεωφορείο με το γιό του (περίπου 15-16 χρονών) και ο νεαρός πατάει πάνω στο κάθισμα του λεωφορείου. Μετά από 2-3 λεπτά και αφού δεν έκατσε “συμβατικά” ο νεαρός, γυρνάει ο πατέρας του και του λέει :
– Πως κάθεσαι έτσι, αυτά σου μαθαίνουν στο σχολείο;
Η πρώτη φράση ήταν αυτή. Και εμένα μου δημιουργείται η απορία, το σχολείο θα του τα μάθει αυτά τα στοιχειώδη; Εμείς που βλέπουμε τα παιδιά μέσα στη τάξη 2 με 4 φορές την εβδομάδα μέσα στη τάξη όπου πρέπει να μάθουν ένα σωρό καινούργια πράγματα, πρέπει να τους μάθουμε και πως θα κάθονται και θα συμπεριφέρονται σωστά. Και καλά να το πει ένας τρίτος αλλα ο ίδιος ο πατέρας του αποποιείται της ευθύνης του και μεταθέτει την ευθύνη αυτή στο σχολείο; Περίεργα μου φαίνονται όλα αυτά. Τέλος πάντων. Από τις πιο δύσκολες στο σχολείο είναι η ημέρα της ενημέρωσης γονέων. Που προσπαθείς να εξηγήσεις σε ένα γονέα για ποιο λόγο το παιδί του δεν διαβάζει και πήρε το βαθμό που πήρε. Τέλος πάντων (δεύτερη φορά).
Γίναμε διεθνείς και μάλιστα διηπειρωτικοί. ‘Ετσι τη προηγούμενη εβδομάδα έγινε το τελευταίο ΑΣΜΠΕΤΑ (το σημερινό mini δεν το μετράω – όχι ότι δεν είναι αλλά έγινε πολύ γρήγορα…) Ηπιαμε τις μπύρες μας στο CRAFT και συνδεθήκαμε με ΚΑΝΑΔΑ (!!!) που έχουμε δυο ξενιτεμένους Ασμπετιανούς, και η τεχνολογία τους έφερε στο τραπέζι μας, στην παρέα μας και τσουγκρίσαμε για μια ακόμα φορά τα ποτήρια μας. Έτσι για μια ακόμα φορά καταφέραμε να γεφυρώσουμε το πληκτρολόγιο με την πραγματικότητα. Να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία για να μικρύνουμε τον κόσμο. Και το καταφέραμε. Και φυσικά κόψαμε και πίτα. Βέβαια! Δεν είμαστε σύλλογος, δεν είμαστε φορέας, αλλά μάλλον τελικά έχουμε κάποιους δεσμούς που μας συνδέουν. Να είμαστε καλά, να περνάμε καλά και να βρισκόμαστε να τα λέμε και να τα πίνουμε. Αφιερωμένο όπως και το ΑΣΜΠΕΤΑ στη Μάνια και τον Πάρη.
Για σήμερα καλά είναι…
Σταματάω γιατί πρέπει να τελειώσω μια εργασία… για τα forum. Βέβαια. Μου άρεσε η Σύρος και χτυπάω τώρα Βέροια. Τον Απρίλη. Θα σας ενημερώσω και θα τα πούμε.
Τη καλησπέρα μου…
Δεν το έχω ξανακάνει, όμως διαβάζοντας το κείμενο που ακολουθεί θεώρησα ότι ήταν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω. Αναδημοσιεύω λοιπόν ως έχει από τη Γιώτα και φυσικά προσυπογράφω. Κανένα άλλο σχόλιο. Από εμένα νεώτερα… αργότερα.
Καλήμερα περα για περα απο ακρη σε ακρη
Πριν δυο μερεςγια οσους δεν την ειδατε εδω
αναφερθηκαμε με την παρακληση να αναδημοσιευτει η επιστολη του Μ Θεοδωρακη σε ολα τα μπλογκς
Η ιστορια εχει συνεχεια η Κ Δραγωνα διαμαρτυρηθηκε με επιστολη της και απαντησε στον κ Μ Θεοδωρακη Παρακατω και οι δυο επιστολες η μια της Κ Δραγωνα (γνωστη για το ανθελληνικο της πνευμα κατεχοντας δε και μια θεση καιρια στο υπουργειο παιδειας που θα διαμορφωνει την εκπαιδευση των παιδιων μας) Η αλλη επιστολη ειναι η απαντηση του Μ Θεοδωρακη
Ας μην το περασετε ετσι Παρτε μερος η νυχτα εχει πεσει βαρεια στον τοπο μας Δεν ειναι φιλολογιες ουτε στειρες αντιπαραθεσεις Ειναι ουσια που εχει σημασια για εμας και για τα παιδια μας Αναδημοσιευστε τις επιστολες να ακουστουν οι φωνες που αγαπουν τουτο τον τοπο Μαζι πρεπει να ενωνουμε και τις δικες μας φωνες εφ οσον συμφωνουμε
Παρακατω οι επιστολες
Αναδημοσίευση από ΡΕΣΑΛΤΟ
Ο Μίκης απαντά στη Θάλεια Δραγώνα
Η επιστολή της κ. Δραγώνα:
2 Ιανουαρίου 2010
Αγαπητέ Μίκη Θεοδωράκη,
Κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες στο διαδίκτυο επιστολή σας προς τον Στέφανο Ληναίο με πολύ απαξιωτικά σχόλια για το πρόσωπό μου και παραθέματα από το δημοσιευμένο έργο μου που είναι όλα παντελώς ψευδή και κατασκευασμένα.
Σας ενημερώνω ότι δεν είμαι ιστορικός και δεν γράφω ιστορικά βιβλία. Λόγος σαν «Η ελληνική ταυτότητα δεν υπήρχε πριν από το 19ο αιώνα. Δημιουργήθηκε έξωθεν σε μια εποχή εθνικισμού, αποικιοκρατίας και επεκτατικού ιμπεριαλισμού. Κοντολογίς κάποιοι από το εξωτερικό μας είπαν τον 19ο αιώνα ότι είμαστε Έλληνες κι εμείς το δεχθήκαμε για να κονομήσουμε (!!!) πουλώντας το παραμύθι ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων», δεν βρίσκεται πουθενά στο δημοσιευμένο έργο μου και δεν χαρακτηρίζει την πανεπιστημιακή και κοινοβουλευτική μου πορεία. Τέτοιου είδους κατασκευάσματα είναι μιας συκοφαντικής εκστρατείας εναντίον μου.
Είμαι κοινωνική ψυχολόγος, ερευνώ και γράφω πάνω στις κοινωνικές ταυτότητες έχω δώσει μεγάλο μέρος της ζωής μου για την υπεράσπιση των αρχών της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης σε αυτόν τον τόπο.
Σας στέλνω μέρος των δημοσιεύσεων μου για να κρίνετε εάν όσα παρατίθενται στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Εάν διαπιστώσετε ότι είναι κατασκευασμένες φράσεις, σας παρακαλώ πολύ να βρείτε μια ευκαιρία να το δηλώσετε.
Σας γράφω επειδή θαυμάζω την αστείρευτη δημιουργικότητά σας και τους αγώνες σας για τη δημοκρατία και είμαι σίγουρη ότι η αναζήτηση της αλήθειας και η προάσπιση των δημοκρατικών αρχών έχει πρώτιστη σημασία για σας.
Με εκτίμηση
Θάλεια Δραγώνα
Σας επισυνάπτω και 2 πρόσφατες συνεντεύξεις μου όπου θα βρείτε και όλα τα παραποιημένα παραθέματα
Απάντηση Μίκη
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Επιφανους 1
117 42, Αθήνα
τηλ. 210-9214863
fax 210-9236325
e-mail: mikisthe@otenet.gr
Προς την κ. Θάλεια Δραγώνα
Καθηγήτρια Κοινωνικής Ψυχολογίας
Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην προσχολική ηλικία
του Εθνικού και Καποδστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ναυαρίνου 13, 10680 Αθήνα
Αθήνα, 10.1.2010
Αγαπητή κυρία Δραγώνα,
Έλαβα την επιστολή και τα βιβλία σας και σας ευχαριστώ. Διάβασα επίσης στο «Βήμα» και τα «Νέα» τις συνεντεύξεις σας, οι οποίες όμως κινούνται μονάχα γύρω από δυο-τρεις φράσεις που σας αποδόθηκαν εδώ και πολύ καιρό, για να διαψευσθούν ύστερα από μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Οι συνεντεύξεις αυτές και η μεγάλη προβολή τους (σε συνδυασμό με την φίμωση των αντιθέτων απόψεων) δεν πετυχαίνουν τίποτε άλλο παρά να αποκαλύπτουν στον ελληνικό λαό τους πανίσχυρους φίλους σας στα ΜΜΕ αποδεικνύοντας το εύρος και τα ερείσματα αλλά και τον συντονισμό της προσπάθειας που εξυφαίνεται με στόχο την αλλοίωση της εθνικής-ελληνικής μας ταυτότητας. Καθώς και τον τρόμο που δημιουργεί η αυξανόμενη παλλαϊκή αντίδραση στις απόψεις σας, που ακυρώνει την αρχική σας προσπάθεια να εκμεταλλευθείτε την αντίδραση του κ. Καρατζαφέρη βαφτίζοντας όσους διαφωνούν «ακροδεξιούς». Τρόμος που φτάνει σε σημείο να προκαλεί συμπτώματα της «Λύσσας-Σόρος» σε υποταχτικούς κονδυλοφόρους όπως σ’ αυτόν τον δυστυχή κ. Χάρη σε σημερινό (9.1.10) ένθετο αθηναϊκής εφημερίδας.
Επειδή τυχαίνει να είμαι ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της εκστρατείας για την ενημέρωση του ελληνικού λαού με ρίζες βαθειές στην αληθινή ελληνική Αριστερά από την εποχή του ΕΑΜ, θα ήμουν ο τελευταίος που θα επέτρεπα στον οποιονδήποτε να καπηλευτεί την λέξη και την έννοια «πατρίδα».
Το ΕΑΜ και το τότε ΚΚΕ κατέκτησε την εμπιστοσύνη του 70% του λαού μας για την πίστη του και τους αγώνες του για τη Λευτεριά της ελληνικής πατρίδας και την αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Με την πεποίθηση ότι υπηρετούμε τα ιδεώδη των Ελλήνων για την ελευθερία και την δημοκρατία από τα βάθη των αιώνων και φτάνοντας ως το «Ελευθερία ή θάνατος» του Κολοκοτρώνη, ορθώσαμε το ανάστημά μας και αναμετρηθήκαμε με το όπλο στο χέρι, με την πιο φονική δύναμη που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα: την χιτλερική Βέρμαχτ, τα ναζιστικά Ες-Ες και την Γκεστάπο, με αμέτρητες θυσίες σε αίμα, βασανισμούς και διώξεις. Ενώ παράλληλα και μέσα σ΄ εκείνες τις σκληρές συνθήκες τιμούσαμε και τρεφόμαστε με τον ελληνικό πολιτισμό για τον οποίο είμαστε περήφανοι και συγχρόνως οραματιζόμαστε τη μελλοντική κοινωνία της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της «πανανθρώπινης λευτεριάς».
Αυτή υπήρξε ως σήμερα η γνήσια και μοναδική Αριστερά, όπου οι λέξεις «έθνος» και «πατρίδα» ήταν για μας δόξα και τιμή και όχι ντροπή όπως τις κατάντησαν χτες και σήμερα ορισμένα γκρουπούσκουλα και ομάδες «διανοουμένων» που στο όνομα της Αριστεράς ντροπιάζουν με τις «ιδέες» και τα καμώματά τους, τους αγώνες και τις θυσίες μας, ενώ δηλητηριάζουν την ανύποπτη νεολαία μας, που η νικήτρια και θριαμβεύουσα ακόμα και σήμερα εθνικοφροσύνη κρατάει στα σκοτάδια, έχοντας καταδικάσει σε λήθη τη σύγχρονη ιστορία μας.
Όμως η ακτινοβολία εκείνων των ηρωικών χρόνων αψηφώντας όλα τα εμπόδια εξακολουθεί να εμπνέει το λαό μας, γι’ αυτό και η αντίθεση στην συστηματική απόπειρα που επιχειρείται εδώ και καιρό με στόχο την ουσιαστική ανατροπή της ελληνικής ιστορίας, είναι καθολική και δεν συνδέεται με την α΄ ή την β΄ πολιτική παράταξη αλλά με το σύνολο των Ελλήνων, που γαλουχήθηκε με μια συγκεκριμένη και βαθειά ριζωμένη άποψη για το τι είναι πατρίδα, τι είναι Ελλάδα, τι είναι ιστορία, τι είναι ελληνικός λαός και ελληνικό έθνος.
Κι ακόμα γνωρίζει καλά -γιατί τα βιώνει, ποια είναι τα βασικά ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία που μας διέπλασαν από το ΄21 έως σήμερα.
Αρνούμενοι και κατεδαφίζοντας όλα αυτά που μας έκαναν αυτούς που είμαστε χτες, προχτές και σήμερα,με το πρόσχημα μιας δήθεν επιστημονικής αναθεώρησης της ιστορικής πραγματικότητας, όπως αποδεικνύεται σε κάθε σελίδα του βιβλίου σας «Τι είν’ η Πατρίδα μας;» στην ουσία αμφισβητείτε ο,τιδήποτε θετικό έπραξε ο λαός αυτός σε όλους τους τομείς του εθνικού μας βίου κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων.
Με το βιβλίο σας αποδομείτε τις ιδέες, πεποιθήσεις, τα «πιστεύω», σε σχέση με το ελληνικό έθνος και τις ρίζες του, δηλαδή όλα αυτά που ενέπνευσαν και παρακίνησαν τον λαό μας. Όμως αν στις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπήρχαν οι ιδέες για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους και όλα τα «πιστεύω» που εσείς σήμερα απορρίπτετε ως άνευ ουσιαστικού περιεχομένου και εκτός ιστορικής πραγματικότητας, τότε δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν η Επανάσταση του ΄21, το κίνημα του Φιλελληνισμού, το δημοκρατικό κίνημα του Μακρυγιάννη, η αποπομπή του Όθωνα, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Εθνική Αντίσταση. Δεν θα υπήρχε ο Άρης Βελουχιώτης. Και όχι μονάχα αυτός, γιατί σύμφωνα με κείνα που επιχειρείτε να διδαχθούν τα παιδιά μας, δεν θα υπήρχε ούτε ένας αντάρτης, μιας και ΟΛΟΙ πήραν τα όπλα για την Ελλάδα και την Πατρίδα. Ενώ αν είχαν τα μυαλά τα δικά σας, δηλαδή εξέταζαν το «επιστημονικώς ορθόν», θα τα βρίσκανε μια χαρά με τους Γερμανούς που εξ άλλου το μόνο που ζητούσαν από μας ήταν να τους παραχωρήσουμε την άδεια χρήσης των λιμανιών και των αεροδρομίων μας.
Κατά τον ίδιο τρόπο δεν θα υπήρχαν οι δημοκρατικοί αγώνες και η Αντίσταση κατά της χούντας. Δεν θα υπήρχαν ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Καλομοίρης,ο Καζαντζάκης, o Σικελιανός, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Χατζιδάκις, ο Εγγονόπουλος,ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, ο Παρθένης, ο Καμπανέλλης, ο Γεωργουσόπουλος, ο Κουν, ο Μινωτής, ο Κακογιάννης, ο Αγγελόπουλος. Όπως δεν θα υπήρχαν οι διανοητές, οι φιλόσοφοι, οι μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες από τον Τρικούπη και τον Βενιζέλο ωε τον Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν θα υπήρχαν τα μεγάλα κινήματα όπως των δημοτικιστών και των φοιτητών. Δεν θα υπήρχε το κίνημα για την Κύπρο ούτε οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τα σημερινά θύματα του επιθετικού ιμπεριαλισμού, την Γιουγκοσλαυία, την Παλαιστίνη, το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Και δεν θα συνέβαιναν προ παντός εκείνες οι πράξεις, που αποδεικνύουν την ιδιαιτερότητα του λαού μας, που τόσο επίμονα σαρκάζετε, όπως το ΟΧΙ το 1940 και η μάχη της Κρήτης, καθώς και το ότι ανάμεσα σε όλους τους ευρωπαίους, μονάχα η Ελλάδα αρνήθηκε να ντύσει τα παιδιά της με την στολή της Βέρμαχτ και να τα στείλει στο ανατολικό μέτωπο. Χάρη στις μοναδικές μέσα στην κατεχόμενη Ευρώπη παλλαϊκές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας με χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και εκτοπισμένους σε στρατόπεδα θανάτου.
Κι αυτό γιατί οι εθνικοί και δημοκρατικοί μας αγώνες, καθώς και τα πνευματικά έργα και οι πολιτικές πράξεις των προσώπων αυτών, διαπνέονταν από την πεποίθηση ότι η σύγχρονη Ελλάδα έχει επηρεαστεί βαθειά από μια βαρειά κληρονομιά, απέναντι στην οποία θα πρέπει να φανούμε δημιουργικά αντάξιοι.
Για όλα αυτά έχετε να πείτε μια μόνο λέξη: εθνοκεντρισμός, δηλαδή ότι είναι ασυγχώρητη υπερηφάνεια για ένα λαό να θαυμάζει τα επιτεύγματά του, φτάνοντας στο σημείο να προτείνετε να εκλείψει από τα σχολικά βιβλία, γιατί αυτό επιτάσσει η σύγχρονη επιστήμη για την αναθεώρηση της ιστορίας. Με άλλα λόγια επιχειρείτε έναν γενικευμένο ευνουχισμό σε ό,τι πολυτιμότερο και πιο ελληνικό πέτυχε ο λαός μας έως τώρα, με τελικό αποτέλεσμα την μετατροπή μας σε έναν άλλο λαό, προσαρμοσμένο στις συνταγές του καμουφλαρισμένου αφελληνισμού, που κοσμούν κάθε σελίδα του εν λόγω βιβλίου σας.
Κι αυτό γιατί διαφωνείτε με την ύπαρξη και την αξία των βασικών πυλώνων πάνω στους οποίους στηρίχθηκαν οι ιδέες, οι πράξεις, οι αγώνες, οι θυσίες και τα έργα, πνευματικά και άλλα. Βαφτίζετε εθνοκεντρισμό την ξεχωριστή πίστη, ακόμα και θαυμασμό που μπορεί να έχει ένας λαός για την ιστορία και τον εαυτό του. Τις ξένες επεμβάσεις, που αλλοίωσαν την εθνική μας ζωή, τις θεωρείτε σχεδόν ανύπαρκτες και πρόσχημα για να καλύψουμε τις δικές μας -υπαρκτές βεβαίως- αδυναμίες. Την ιδιαιτερότητα των αγώνων μας, ειδικά στον β΄ παγκόσμιο πόλεμο την αποκαλείτε σωβινισμό, πράξη εχθρική προς τους άλλους και την θεωρείτε γενεσιουργό αιτία ξενοφοβίας. Την υπερηφάνεια μας για τα κατορθώματα των αρχαίων Ελλήνων την βαφτίζετε στείρο εθνικισμό και ιστορική αυταπάτη. Δηλαδή θέλετε σώνει και καλά να αποδείξετε ότι κακώς πιστεύαμε ως τώρα όσα πιστεύαμε για την καταγωγή, τις παραδόσεις, την ιστορία και τον πολιτισμό μας, πράξη που στην ιατρική επιστήμη ονομάζεται «ευνουχισμός». Και οχυρωμένη πίσω από ηχηρά ονόματα ξένων επιστημόνων βαλθήκατε με την βοήθεια ισχυρών πολιτικών και οικονομικών κύκλων, μιας και είναι πολύ δύσκολο να ευνουχίσετε έναν ολόκληρο λαό κατεδαφίζοντας τα σύμβολα και τους μύθους του, να ξεκινήσετε το θεάρεστο έργο σας από τα τρυφερά και ανύποπτα παιδιά μας.
Όπως το επιχείρησε χθες η φίλη σας κ. Ρεπούση -ανεπιτυχώς- ενώ σήμερα, με τον αέρα μάλιστα της κρατικής συμπαράστασης το επεκτείνετε εσείς με νέα έφοδο για τον ευνουχισμό της μαθητικής μας νεολαίας από κρατικό μάλιστα πόστο!
Γνωρίζετε κυρία Δραγώνα, ότι δεν έχω τίποτα προσωπικό μαζί σας, όπως γνωρίζετε ότι θα σας ήταν λίγο δύσκολο να με βαφτίσετε κι εμένα … ακροδεξιό. Προς το παρόν μπορείτε εσείς και οι φίλοι σας να με φιμώσετε. Όμως σ’ αυτό είμαι συνηθισμένος και μάλιστα θα σας έλεγα ότι όποιοι και όσοι στο παρελθόν κατά καιρούς επεχείρησαν να φιμώσουν τις ιδέες αλλά και την μουσική μου, είχαν … κακά γεράματα. Όπως ίσως ξέρετε ή θα έχετε ακούσει, η ζωή και το έργο μου στηρίχθηκε επάνω σε τρεις λέξεις: Ελλάδα, Πατρίδα, Ελευθερία. Και όλοι μου οι αγώνες έγιναν μόνο και μόνο για να τις υπερασπίσω με κάθε θυσία. Το ίδιο κάνω και τώρα.
Σήμερα εσείς και οι φίλοι σας, με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι προηγούμενοι, επιχειρείτε να κατεδαφίσετε τις ιδέες, τις πράξεις και τα έργα που συμβολίζουν αυτές οι τρεις λέξεις, που όπως είπα, ενέπνευσαν και στήριξαν όλες τις γενιές των νεοελλήνων, για να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα. Μια κορυφαία στιγμή στην νεότερή μας ιστορία υπήρξε και η Εθνική μας Αντίσταση, τότε που έλαμψαν αυτές οι τρεις λέξεις οδηγώντας τα νιάτα εκείνης της εποχής σε ανυπέρβλητες θυσίες. Χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες τα θύματα. Τι μας οδηγούσε τότε; Όλα αυτά που καταδικάζονται σε κάθε σελίδα του βιβλίου σας, για να ανοίξει ο δρόμος σε μια γενικευμένη αλλοίωση του εθνικού μας χαρακτήρα ξεκινώντας με δήθεν επιστημονικό τρόπο από τα τρυφερά μας νιάτα.
Άλλωστε αυτή η προσπάθεια που γίνεται μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, έχει αφετηρία γνωστά σε όλους διεθνή κέντρα, που επιδιώκουν την διάλυση των εθνών-λαών με εθνικές ιδιαιτερότητες, συμφέροντα και «αρχές» που οδηγούν σε αντιστάσεις μπροστά στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης και γι’ αυτό με τη διάλυση των εθνών επιδιώκουν την μετατροπή των ανθρώπων σε ανυπεράσπιστες μονάδες χωρίς μνήμη και ενοχλητικές ιδιαιτερότητες.
Eίναι δυνατόν να επιτραπεί να γίνει κάτι τέτοιο; Να γιατί με βρίσκετε και θα με βρίσκετε πάντοτε αντίθετο, γιατί πιστεύω ότι η γενιά η δική μου έχει αποδείξει στην πράξη, με έργα και όχι μόνο με λόγια, ότι σ’ αυτή τη γωνιά της γης κατοικούν άνθρωποι που είναι Έλληνες με όλη την ιστορική σημασία αυτής της λέξης και τίποτε -απολύτως τίποτε- δεν μπορεί να αμαυρώσει και πολύ περισσότερο να αλλοιώσει.
Τέλος οφείλω να σας πω ότι:
Από την ανάγνωση του βιβλίου σας «Τι είν’ η Πατρίδα μας;» έχω συναγάγει ορισμένα συμπεράσματα, που πιστοποιούν θεμελιακές διαφορές από τις απόψεις σας. Θα αρκεστώ προς το παρόν σε μερικά παραδείγματα:
«Η κυρίαρχη αντίληψη για το έθνος και την εθνική ταυτότητα, με βάση την οποία οι πολιτικές εξουσίες στην Ευρώπη αλλά και έξω από αυτήν οργανώνουν το διαπαιδαγωγητικό ρόλο του σχολείου, είναι ακόμη σήμερα σε μεγάλο βαθμό η αντίληψη που κληρονόμησε ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία το έθνος αποτελεί οικουμενική, «φυσική» οντότητα, ανεξάρτητη από το χρόνο και το χώρο, και η εθνική ταυτότητα, αυτονόητη και αναλλοίωτη αποτύπωση κοινωνικής ομοψυχίας και συνοχής. Οι εθνικές ιστοριογραφίες προέρχονται από αυτή την παράδοση και δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας και του πολιτισμού της εθνικής ομάδας, στις αντιστάσεις της απέναντι στις εξωτερικές επιβουλές, στην ομοιογένειά της. Στο σχολείο η ιστορία καλείται να διδάξει τα κατορθώματα των προγόνων και να σφυρηλατήσει την εθνική υπερηφάνεια και ενότητα, ενώ η γλώσσα και η γεωγραφία επιβεβαιώνουν την εθνική συνέχεια στο χρόνο και στο χώρο». (σελ. 31)
Είναι φανερό ότι θεωρείτε ότι το έθνος και η εθνική ταυτότητα είναι «κληρονομιά του ρομαντισμού του 19ου αιώνα [και δεν] αποτελεί «φυσική» οντότητα ανεξάρτητη από τον χρόνο και τον χώρο, αυτονόητη και αναλλοίωτη αποτύπωση εθνικής ομοψυχίας και συνοχής».
Φαίνεται ακόμη ότι δεν είσθε σύμφωνη με την έμφαση που δίνεται στο σχολείο «στη συνέχεια της ιστορίας και του πολιτισμού της εθνικής ομάδας, στις αντιστάσεις της απέναντι στις εξωτερικές επιβουλές, στην ομοιογένειά της». Καθώς και στο γεγονός ότι «η ιστορία καλείται να διδάξει τα κατορθώματα των προγόνων και να σφυρηλατήσει την εθνική υπερηφάνεια και ενότητα., ενώ η γλώσσα και η γεωγραφία επιβεβαιώνουν τη συνέχεια στο χρόνο και στον χώρο.
Θα ήθελα ειλικρινά να μου λέγατε, αν η παράγραφος αυτή αναφέρεται θετικά ή αρνητικά στον τρόπο που το σχολείο αντιμετωπίζει τα προβλήματα αυτά. Μιας και δεν το λέτε φανερά. Όμως αφήνετε να υπονοηθεί, ότι όλες αυτές οι ιδέες περί έθνους και εθνικής ταυτότητας αποτελούν σύμπτωμα που μας επιβλήθηκε από την «ρομαντική αντίληψη της ιστορίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Άρα ξεπερασμένες και αντιεπιστημονικές σύμφωνα με την οπτική γωνία τη δική σας και των υπολοίπων συνεργατών σας που συμμετέχουν στην συγγραφή του εν λόγω βιβλίου.
Να όμως που τόσο εγώ όσο και οι γενιές των παππούδων μου αλλά και των συμμαχητών και συνοδοιπόρων μου στους δρόμους των εθνικών αγώνων και στις προσπάθειες για τη δημιουργία μιας ελληνικής τέχνης διαπνεόμεθα σε κάθε μας βήμα και προσπάθεια από αυτές ακριβώς τις ιδέες που καταγγέλλετε ως ξεπερασμένες και ευτελή ως φαίνεται προϊόντα μιας ξεπερασμένης πια ρομαντικής αντίληψης. Και μόνο μ’ αυτή την παράγραφο, μου ζητάτε να απαρνηθώ τον εαυτό μου, τη ζωή μου, τις ιδέες και το έργο μου. Και όχι μόνο από εμένα αλλά όπως αποδεικνύεται από τις πράξεις και τα έργα τους, ΟΛΟΥΣ σχεδόν τους νεοέλληνες, ανώνυμους και επώνυμους που από το 1821 έως σήμερα πίστεψαν ακριβώς σ’ αυτά που θεωρείτε ότι κακώς διδάσκονται σήμερα στο ελληνικό σχολείο. Άλλωστε αμέσως μετά διευκρινίσατε ότι «στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες για το εθνικό φαινόμενο η ρομαντική αντίληψη για το έθνος έχει γίνει αντικείμενο κριτικής… Οι σύγχρονες θεωρήσεις (…) συγκλίνουν στην παραδοχή ότι η έννοια του έθνους είναι σχετικά πρόσφατη, αλλάζει μέσα στο χρόνο» και παρακάτω αποκαλείτε «φανταστική κοινότητα» του έθνους που στηρίζεται στη νέα νοηματοδότηση (ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τον όρο) υπαρκτών κοινών χαρακτηριστικών» και όλα αυτά τα προσφέρει «η εθνική ταυτότητα» (που ήρθε) «να αντικαταστήσει το κενό που δημιούργησε η κατάλυση των παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης».
«Καθώς διευρύνεται το σχετικά πρόσφατο ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών για το εθνικό φαινόμενο, η ρομαντική αντίληψη για το έθνος έχει γίνει αντικείμενο κριτικής τα τελευταία χρόνια. Οι σύγχρονες θεωρήσεις, παρά τις σημαντικές διαφορές τους ως προς την προέλευσή τους, συγκλίνουν στην παραδοχή ότι η έννοια του έθνους είναι σχετικά πρόσφατη, αλλάζει μέσα στο χρόνο και μπορούμε επομένως να κάνουμε την ιστορία της: πιο συγκεκριμένα η έννοια του έθνους όπως χρησιμοποιείται σήμερα διμορφώθηκε ιστορικά τα τελευταία διακόσια χρόνια και συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία των εθνών-κρατών (Noiriel 1991). Η εθνική ταυτότητα ήρθε να αντικαταστήσει το κενό που δημιούργησε η κατάλυση των παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και να προσφέρει στα μέλη των σύγχρονων κοινωνιών νέα βάση κοινωνικής συνοχής μέσα από τη δημιουργία της «φαντασιακής κοινότητας» του έθνους, που στηρίζεται στη νέα νοηματοδότηση υπαρκτών κοινών πολιτισμικών χαρακτηριστικών». (σελ. 31)
Γιατί τάχα πολύπλοκες εγκεφαλικές αναλύσεις για αυτονόητα γεγονότα, όπως είναι η συνεχής ανανέωση των μορφών της κοινωνικής συγκρότησης, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το έθνος αποτελεί μια «φανταστική κοινότητα»; Αλήθεια, τι θα πει αυτό; Το έθνος σε σχέση με την κοινωνία είναι η ψυχή σε σχέση με το σώμα. Κι εδώ είναι πιστεύω, το λάθος της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης, που επαγγέλλεσθε. Γιατί επιχειρεί να αναλύσει και να εξηγήσει μορφές και λειτουργίες που αφορούν την κοινωνία-σώμα και όχι το έθνος-ψυχή. Που δεν αναλύεται ούτε εξηγείται, γιατί όπως και τα φαινόμενα της θρησκείας και της τέχνης, ανάγεται στην μεταφυσική και στην υπέρβαση. Στο υπερλογικό και ανεξήγητο.
Αν και για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους, πέραν του γεγονότος ότι για την παμψηφία θα έλεγα των νεοελλήνων -ανωνύμων και επωνύμων- δεν αποτελούσε και αποτελεί μόνο ένα είδος θρησκευτικής πίστης (άκρως αντιεπιστημονικής βεβαίως για σας) υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι ορισμένοι βασικοί άξονες του πνευματικού κόσμου των αρχαίων Ελλήνων κατάφεραν να διατηρηθούν και να φτάσουν ως τις μέρες μας. Λ.χ. είναι πασίγνωστη η διάρκεια της ελληνικής γλώσσας. Δεν είναι όμως γνωστή η διάρκεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής μέσω των βασικών μουσικών κλιμάκων, που παρέμειναν αναλλοίωτες, καθώς οι αρχαίοι μουσικοί τρόποι πέρασαν ατόφιοι στη Βυζαντινή μουσική με το νέο όνομα «ήχοι» κι από κει δια μέσου της αραβικής μουσικής και με καινούριο όνομα, «δρόμοι», δημιούργησαν το ρεμπέτικο τραγούδι από το οποίο προήλθε τόσο η σύγχρονη λαϊκή μας μουσική όσο και η έντεχνη-λαϊκή μουσική, μέσα στην οποία συνενώθηκε η μουσική με την ποίηση. Δηλαδή το φαινόμενο που χαρακτήριζε την αρχαία μουσική, δεδομένου ότι τότε με τον όρο «μουσική» εννοούσαν αποκλειστικά την σύζευξη Μουσικής και Λόγου.
Ένα άλλο σημαντικό δημιούργημα των αρχαίων, υπήρξε ως γνωστόν και η Δημοκρατία και μάλιστα η άμεση Δημοκρατία. Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους και σχεδόν έως σήμερα στην Ευρώπη κυριάρχησαν συστήματα συγκεντρωτικά, βασιλείες αυτοκρατορίες, δικτατορίες, σοσιαλιστικές εξουσίες. Η χώρα μας κατακτήθηκε για τέσσερις αιώνες από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Εν τούτοις και κάτω από αυτές τις καταλυτικές συνθήκες οι ελληνικές κοινότητες, μέσα και έξω από τον γεωγραφικό μας χώρο, κυβερνήθηκαν με δημοκρατικό τρόπο. Οι κάτοικοι λ.χ. ενός χωριού εξέλεγαν τακτικά με καθολική ψηφοφορία την διοικητική και τη δικαστική τους εξουσία. Κι αυτό αντανακλάται στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, μέσα στο οποίο ρητώς αναφέρεται ότι απαγορεύονται οι «τίτλοι ευγενείας». Άλλωστε αυτό το δημοκρατικό φρόνημα μπορούμε να πούμε ότι παραμένει έως σήμερα βασικό γνώρισμα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.
Κι αυτό σε πείσμα των προσπαθειών των ξένων δυνάμεων να επιβάλουν τις γνωστές δυναστείες των Βαυαρών και των Γλύξμπουργκ. Γεγονός που αρνείσθε πεισματικά να παραδεχτείτε. Δηλαδή το γεγονός των συνεχών παρεμβάσεων των ξένων στην χώρα μας, που υπήρξαν πρόξενοι των μεγαλυτέρων εθνικών μας καταστροφών. Όπως της Μικρασιατικής, του Εμφυλίου, της Κύπρου και τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας.
Συμφωνώ μαζί σας στην παράγραφο της σελ. 33, ότι τα κριτήρια με τα οποία ορίζεται ένα έθνος είναι πολιτισμικού χαρακτήρα: καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και παραδόσεις, μύθοι, ιστορίες, μνήμες.
«Όπως χαρακτηριστικά δείχνουν οι παραπάνω έρευνες, τα κριτήρια με τα οποία ορίζεται το έθνος είναι πολιτισμικού χαρακτήρα: καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και παραδόσεις, μύθοι, ιστορικές μνήμες. Τα πολιτισμικά αυτά κριτήρια, που θεωρούνται κοινά, προσδιορίζουν τον συμβολικό και τον φυσικό χώρο του έθνους. Οτιδήποτε διαφορετικό θεωρείται ότι βρίσκεται έξω από το έθνος και συνήθως απορρίπτεται. Έτσι τα έθνη έχουν προσδιοριστεί ιστορικά κατά κύριο λόγο μέσα από τις διαφορές τους από και σε σύγκριση με άλλα έθνη. Αυτή τη συνεχής διαδικασία ετεροπροσδιορισμού συμβάλλει στην αέναη αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας ως μοναδικής και ομοιογενούς και στηρίζει την τάση της να αρνείται τόσο τις ομοιότητες με καθετί έξω από αυτήν όσο και τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της».
Όμως διαφωνώ με την άποψή σας πως «ό,τι είναι διαφορετικό, θεωρείται ότι βρίσκεται έξω από το Έθνος, συνήθως απορρίπτεται». Και ακόμα ότι «η συνεχής διαδικασία ετεροπροσδιορισμού συμβάλλει στην αέναη αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας ως μοναδικής και ομοιογενούς και στηρίζει την τάση της να αρνείται τόσο τις ομοιότητες με κάθε τι έξω από αυτήν όσο και τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της».
Χωρίς ίσως να το θέλετε, φορτώνετε με αρνητικές ιδιότητες το Έθνος και την εθνική ταυτότητα, μιας και για να υπάρξουν κατά τη γνώμη σας, πρέπει πρώτον να ετεροπροσδιορισθούν και δεύτερον να «απορρίψουν» δηλαδή να κλειστούν στο καβούκι τους. Συμφωνούν άρα γε αυτές οι διαπιστώσεις με το ελληνικό έθνος; (Για να αρκεστούμε στη δική μας ιστορική εμπειρία). Γιατί όλα τείνουν να αποδείξουν ότι ο,τιδήποτε καλό και θετικό έγινε ως τώρα, οφείλεται στο γεγονός ότι είχαμε και έχουμε ανοιχτές θύρες (τουλάχιστον ως προς τον πολιτισμό) και προς Ανατολάς και προς Δυσμάς όπως και προς Βορρά. Έτσι ό,τι υπήρξε και ό,τι υπάρχει, αποτελεί δημιουργική πρόσμιξη διαφόρων ιδεών και πολιτισμών, ακόμα και τρόπων ζωής.
Ήμαστε πάντοτε ανοιχτοί κατά το παράδειγμα του Ρήγα Φεραίου, που ενώ σάλπιζε την επανάσταση των Ελλήνων, οραματιζόταν την μεγάλη οικογένεια των Βαλκανικών λαών. Το ίδιο που κάναμε κι εμείς στην Εθνική Αντίσταση, που αγωνιζόμαστε όχι μόνο για την δική μας ελευθερία αλλά και για την «πανανθρώπινη τη λευτεριά». Και μη μου πείτε ότι επηρεάστηκαν από την ρομαντική άποψη περί έθνους οι φουστανελάδες αγράμματοι ως επί το πλείστον Έλληνες επαναστάτες, όταν το Σύνταγμα της Επιδαύρου στα 1822 διακήρυσσε την ανασύσταση του ελληνικού έθνους αποτελώντας παράλληλα το δημοκρατικότερο Σύνταγμα όλων των εποχών, μιας και είχαν ανοιχτά τα μυαλά τους στις επιρροές της Γαλλικής και της Αμερικανικής ακόμα επανάστασης. Για να ετεροπροσδιοριστούμε θα πρέπει να είμαστε ανίκανοι να αυτοπροσδιοριζόμαστε κάθε στιγμή (ακόμα και σήμερα), ενώ η εθνική μας ταυτότητα υπήρξε και είναι τόσο ισχυρή, ώστε να μην έχουμε ούτε να θέλουμε να έχουμε εχθρούς, για να είμαστε αυτοί που είμαστε. Άλλωστε η βασική εξωτερική μας πολιτική ως τώρα υπήρξε και είναι αμυντική με εξαίρεση την τυχοδιωκτική εκστρατεία στην Τουρκία, που μας κόστισε τόσο ακριβά.
Και γιατί δεν ρωτάτε και μας (όσους επιζήσαμε), που περάσαμε μέσα από το καμίνι της ξένης κατοχής, να σας πούμε από πού αντλούσαμε τη δύναμη και το θάρρος να αναμετρηθούμε ίσος προς ίσον με την τερατώδη Χιτλερική μηχανή θανάτου; Μονάχα με την σκέψη ότι στο βάθος είμαστε ανώτεροι από αυτούς! (Εξ άλλου σ’ αυτό μας βοηθούσε η μετατροπή των εχθρών μας σε μια συμπαγή μάζα αιμοδιψών βαρβάρων). Γιατί; Γιατί ανήκαμε σε ένα Έθνος πολύ ανώτερο απ’ αυτούς στον πνευματικό και πολιτισμικό κυρίως χώρο από τον Αισχύλο και τον Πλάτωνα έως τον Σολομό, τον Παλαμά και τον Καβάφη. Και όσοι είμαστε μορφωμένοι, το ηθικό μας ανάστημα έπαιρνε συνειδητά δύναμη απ’ αυτούς. Όσο για τους αμόρφωτους αλλά γενναίους, αντλούσαν δύναμη όπως οι αγωνιστές του ΄21 από τα «μάρμαρα». Αν όλα αυτά είναι «παραμύθια», τότε ό,τι υπήρξε θετικό και ξεχωριστό ως τώρα, ας πούμε ότι ήταν και είναι «παραμύθι». Τότε για ποιον λόγο θέλετε να το κατεδαφίσετε; Δεν ξέρετε ότι έτσι σκοτώνετε την ψυχή μας; Χάρη στην οποία είσθε κι εσείς σήμερα ελεύθερη;
Όπως ασφαλώς καταλαβαίνετε, για μένα προσωπικά δεν υπάρχει καν ερώτημα «Τι είν’ η πατρίδα μας;». Για όλους όσους αφιέρωσαν το έργο και κυρίως τη ζωή τους ολόκληρη σ’αυτή την πατρίδα -και είναι χιλιάδες, εκατομμύρια Έλληνες, επώνυμοι ή ανώνυμοι, νεκροί ή ζωντανοί, δεν υπάρχουν τέτοια ερωτήματα, γιατί αυτοί οι ίδιοι είναι η πατρίδα…
Γι’ αυτό σας παρακαλώ και εύχομαι να λάβετε σοβαρά υπ’ όψιν την μαρτυρία ενός ελεύθερου Έλληνα και να σταματήσετε αυτή την εκστρατεία, που μόνο δεινά μπορεί να φέρει στον ήδη δοκιμαζόμενο λαό μας.
Σας χαιρετώ,
Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαρίσω ότι μετά την τραυματική εμπειρία του ASMPETA προχθές όπου με αποκαλούσαν “γέρο” και ουχί “γηραιό” ή “γέροντα” (το οποίο θεωρώ τίτλο τιμής…) θεωρώ ότι το συγκεκριμένο αίτημα μπορεί να θεωρηθεί υποβολιμαίο. Ο λόγος είναι ότι – νομίζω – ότι θέλουν να δουν ΑΝ θυμάμαι και όχι ΤΙ θυμάμαι. Παρ’ όλα αυτά θα απαντήσω. Και θα απαντήσω για πολλούς λόγους. Να σας απαριθμήσω τους λόγους (Χε χε!!!! σας το έχω πει… Για να διαβάσετε αυτά που θέλετε … θα ιδρώσετε)
1. Η πρόσκληση έγινε πριν το ΑΣΜΠΕΤΑ
2. Ναι θυμάμαι καλά τι έγινε πριν 10 χρόνια (χθες δεν θυμάμαι τι έγινε.) Μη βρεθεί κανένας γιατρός να πει ότι έτσι είναι το Αλτσχάιμερ θα έχει άσχημα ξεμπερδέματα.
3. Και οι πενηντάρηδες έχουν ψυχή.
4. Ναι κάποιοι θα μπορούσαν να ήταν μαθητές μου και για αυτό οφείλουν σεβασμό. (Ακούς εκεί έκπληξη: “Δηλαδή θα μπορούσα να είμαι μαθήτριά σου;” !!!!! Τσκ τσκ τσκ)
5. … Δεν θυμάμαι άλλο. ( 🙂 )
Για να δω γιατί ξέχασα τι ζητάει το παιγνίδι…
Α! Ναι….
1. Τι έκανα τη πρωτοχρονιά του 2000.
Όπως πολλές Πρωτοχρονιές τα τελευταία χρόνια ήμουν στον αδελφό μου και περιμέναμε. Είχαμε κλείσει τους υπολογιστές, και μετράγαμε…3600, 3599, 3598, … να μη συνεχίσω έτσι; Είχαμε μια αγωνία να τελειώσει η χιλιετία και γιαυτό την τελειώσαμε “μια ώρα αρχύτερα” και ένα χρόνο πριν αλλά… ποιος μετράει. Και μετά βγήκαμε στη ταράτσα να δούμε τα πυροτεχνήματα.
– Πάρτε ένα μπουφάαααανννν. Έχει κρύο στη ταράτσα, θα κρυώσετε…. Ακούστηκε η αιώνια Ελληνίδα μητέρα να λέει στα “μικρά” της (Ψιτ!!! Σε είδα γέλασες… Εσύ στη γωνιά μπροστά από το μόνιτορ … Σε είδα γέλασες… (φτου μου βγήκε το καθηγητικό πάλι )).
Τα είδαμε όλα, βάλαμε και λίγο κρύο στις τσέπες και κατεβήκαμε για τα “περαιτέρω”. Κατά τις 3 μμ (μετά μεσονύκτιο) επιστρέψαμε και περάσαμε ένα υπέροχο πρωινό Πρωτοχρονιάς… κοιμώμενοι.
(Τώρα αν τα παραπάνω είναι αποκύημα φαντασίας… σας αφήνω να φανταστείτε ό,τι θέλετε).
Μάλιστα… Επόμενο ερώτημα.
2. Τι προσδοκίες είχα – λέει – από την νέα χιλιετία.
Εδώ τώρα … τι προσδοκίες να έχω στην ηλικία μου…Δεν θυμάμαι. (Άντε πάλι… ρε μαζευτείτε εσείς εκεί με τα σχόλια… Τσκ τσκ τσκ). Δεν είχα προσδοκίες μεγάλες γιατί ποτέ δεν βάζω μπροστά μεγαλόπνοα σχέδια (Εντάξει; Ικανοποιηθήκατε τώρα;) Τα πλάνα μου είναι μικρά για να μη με αγχώνουν και να τα πετυχαίνω (να παίρνω και μια ικανοποίηση). Έτσι μπορώ να πω ότι μάλλον δεν είχα υψηλές προσδοκίες από την νέα χιλιετία.
Την υγεία έβαλα μπροστά και τα άλλα μετά (ναι η αλήθεια είναι ότι έχω αρχίσει να πιστεύω στο “υγεία πρώτα απ’ όλα…”). Σε γενικές γραμμές ναι επιβεβαιώθηκαν. Είχαμε τα σερβισάκια μας (και στο ευρύτερο κοντινό οικογενειακό περιβάλλον) αλλά δεν παραπονιέμαι γιατί γνωρίσαμε καινούργιο κόσμο ( όλοι γιατροί ήταν αλλά … έτυχε) και καινούργια μέρη ( όλα νοσοκομεία ήτανε… αλλά έτυχε).
3. Τώρα τι άλλαξε σε αυτά τα δέκα χρόνια…
Μα τα πάντα. Αλίμονο αν δεν άλλαζαν. Άλλαξα εγώ μέσα και έξω. Τώρα στη νέα δεκαετία αλλάζω περισσότερο μέσα και έξω. Άλλαξαν τα αυτοκίνητα που οδηγάω (γενικά άλλαξαν τα αυτοκίνητα αλλά δεν νομίζω ότι αυτό είναι το ερώτημα), άλλαξαν τα πισιά, (ούτε αυτό νομίζω ότι είναι το νόημα) Τέλος πάντων. Να σοβαρευτώ όσο και αν είναι δύσκολο.
Η σημαντικότερη αλλαγή που έγινε σε αυτά τα χρόνια ήταν ότι κατάλαβα ότι η ζωή είναι πολύ σύντομη. (Δεν θέλω άλλα σχόλια για ηλικίες… εντάξει…. Κάποιος το σκέφτηκε…. το “άκουσα” ). Έτσι άλλαξα – προσπαθώ πάντως γιατί δεν είναι εύκολο – το τρόπο που αντιμετωπίζω τα πράγματα και τις καταστάσεις. Αφήνω μερικά να τα κάνουν άλλοι. Δίνω περισσότερο χρόνο σε μένα και σε ανθρώπους που αγαπάω. Κάνω πράγματα που μου αρέσουν και κυνηγάω τις προ(σ)κλήσεις. Μ’ αρέσει να βάζω στόχους – όχι υπερβολικούς – και έναν έναν να τους πετυχαίνω. Κάνω πράξη ότι το “κάθε ταξίδι – όσο μεγάλο και αν είναι – ξεκινάει με το πρώτο βήμα”. Χαίρομαι το ταξίδι. Προσπαθώ να μη κολλάω στο παρελθόν. Ούτως ή άλλως το έχω μαζί μου και με χαρακτηρίζει. Δεν χρειάζεται να το ξαναζώ καθημερινά. Κοιτάζω μπροστά. Ονειρεύομαι και κάνω σχέδια. (Είχα πολύ καιρό να το κάνω – σας διαβεβαιώνω) Όχι μεγαλόπνοα επιμένω. Θέλω τις μικρές καθημερινές νίκες για να προχωρήσω. Δεν θέλω να κατακτήσω το κόσμο.
Αυτά…
Τα παραπάνω τα σκέφτηκα όλα μόνος μου… Εντάξει;;;; ( 🙂 )
Τη καλημέρα μου. Πάω να ρίξω το τίμιο ιδρώτα μου στον διάδρομο του γυμναστηρίου.
Θα μου πει κάποιος…. Μα καλά τα θυμάσαι μετά από τόσα χρόνια… Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τα …δεκαπέντε χρόνια θεωρούνται πολλά. Ας το προσπεράσουμε. Αφορμή για αυτή την εγγραφή ήταν μια εγγραφή της Βιβής για το τι περιέχει το σακούλι του Άη Βασίλη. Και αυτό με έκανε να θυμηθώ τα δικά μου.
Ήρθα στην Αθήνα το 1966 μόλις 5 χρονών από τη Κρήτη, φοβισμένος για το άγνωστο και το μέγεθος της Αθήνας. Στα Χανιά αφήσαμε συγγενείς, παρέες, φίλους γονεϊκούς μεν αλλά όλοι με παιδάκια της ηλικίας μας και ήρθαμε σε κάτι χωράφια… Το μοναδικό σπίτι στο οικοδομικό τετράγωνο ήταν το δικό μας. Και ακόμα είναι γιατί όλα τα άλλα οικόπεδα γίνανε πολυκατοικίες. Στα γύρω οικοδομικά τετράγωνα είχα από ένα άντε δυο σπίτια. Οι περιοχή λεγόταν “αμυγδαλιές” και περιττό να σας πω τη μαγεία της άνοιξης. Η τελευταία αμυγδαλιά όταν ξεριζώθηκε ήταν για μένα μια συγκλονιστική εμπειρία.
Μέσα στο σπίτι έπαιζα με αυτοκινητάκια. Συνήθως κάτω από το τραπέζι, (βλέπετε το σπίτι φάνταζε τεράστιο στα μάτια μας) περνάγαμε με τον αδελφό μου ώρες με τα αυτοκινητάκια μας κάνοντας διάφορα που τώρα μόνο στις ταινίες τα βλέπουμε.
Έξω από το σπίτι όμως ήταν τα χωράφια. Εκεί λοιπόν σε αυτό το χώρο έπαιζα μικρός… Και φυσικά έπαιζα ποδόσφαιρο. Πολύ ποδόσφαιρο, όλες τις ώρες, Μέχρι που χτίστηκε το γήπεδο. Αλλά και στις αμυγδαλιές συχνά πυκνά με έβρισκες πάνω ή κάτω. Πάνω όταν την άνοιξη έβγαιναν τα “τσάγαλα” και η χαρά μου ήταν να δαγκώνω τα ανώριμα αμύγδαλα και το νερουλό αμύγδαλο να πλημμυρίζει το στόμα. Τώρα γιατί ήμουνα κάτω από τις αμυγδαλιές; Όχι πάντως γιατί έπεφτα. Συνήθως κρυβόμουνα. Τα απογεύματα – βράδια παίζαμε όλοι μαζί (και είμασταν αρκετοί) κρυφτόμυγο (ποτέ δεν κατάλαβα το όνομα) όπου κλωτσάγαμε ένα κουτί και μέχρι η μάνα να φέρει το κουτί στη θέση του είχαμε εξαφανιστεί, συνήθως κάτω από τις αμυγδαλιές και μέσα στα ψηλά χόρτα. Τα πράσινα γόνατα δεν μας λέγανε τίποτα. Μέσα από το κρυφτόμυγο γνωριστήκαμε και με τις κοπέλες τις γειτονιάς (που και αυτές παίζανε μαζί μας και όχι με τις κούκλες τους) και φτιάχτηκαν οι πρώτες “σχέσεις”, ότι μπορεί να σήμαινε τότε αυτό το πράγμα. Και μετά μεγαλώσαμε και πήγαμε στο Γυμνάσιο (χωριστά αρρένων και θηλέων). Στα καλύτερα μας “χωρίσανε”. Έτσι η γειτονιά άρχισε να μην έχει φωνές, τρέξιμο, καλαμπούρια, γέλια. Δεν είμασταν τα τελευταία παιδιά αλλά δεν ξέρω μάλλον αυξήθηκαν πολύ τα σπίτια, ήρθαν πολλοί καινούργιοι και άγνωστοι, δεν ξέρω πάντως ησύχασε η γειτονιά.
Εκεί λοιπόν στα 14-15 άρχισαν τα πάρτια. Τα ΑΣΜΠΕΤΑ που λέμε. Τα πάρτια γίνονταν ρεφενέ.Όλοι οι οργανωτές συνεισφέρανε από τρόφιμα-ποτά μέχρι δίσκους, πικάπ ό,τι μπορούσε ο καθένας. Η χαρά μας ήταν να είχε κάποιος ξενοίκιαστο μαγαζί. Το στήναμε το πάρτι σε ελάχιστο χρόνο. Μετά ανακαλύψαμε τους ενισχυτές. Ακόμα θυμάμαι έναν ενισχυτή κιθάρας λαμπάτο 60 Watt – κάτω από το τραπεζάκι με τα πικάπ να δίνει το ρυθμό. Και δούλευε μόλις στο 1/10 της ισχύος γιατί τρίζανε τα τζάμια.
Τις άλλες ώρες παίζαμε με “ηλεκτρονικά παιγνίδια”. Αλλά τα ηλεκτρονικά δεν είχαν ανακαλυφθεί και έτσι έπρεπε να τα φτιάξουμε μόνοι μας. (μιλάμε περί “βιτσίου”) Έτσι σε κάποια φάση εκεί περί τα 15 άρχισα α φτιάχνω ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Παίρναμε ένα οποιοδήποτε πλαστικό φορτηγάκι και του βάζαμε μοτερ και γρανάζια, αργότερα προσπαθούσαμε να φτιάξουμε αναρτήσεις. Φυσικά και δεν υπήρχαν μαγαζιά με τηλεκατευθυνόμενα και ανταλλακτικά. Έτσι τα γρανάζια τα παίρναμε από σπασμένα ρολόγια. Είτε αυτά που ήταν προ πολλού σπασμένα είτε αυτά που ήταν προ ολίγου σπασμένα (αν με εννοείτε – οι ανάγκες σε γρανάζια ήταν πολλές). Και μετά κάναμε κόντρες. Ποιο θα πάει πιο γρήγορα, πιο θα ανέβει μεγαλύτερη κλίση και άλλα τέτοια.
Μετά ήρθε ο ραδιοφωνικός σταθμός. Ναι το καιρό εκείνο ήταν της μόδας.(1977-78). Φυσικά όπως γινόταν συνήθως, ο αδελφός μου είχε ξεκινήσει με κάτι φίλους του τον CDS (Central Dalton Studio – Με με ρωτήσετε από που) και εγώ ήμουν … ο Leech (κν ΒΔΕΛΛΑ : Ναι από εκεί μου έμεινε το κουσούρι). Τρία χρόνια ο μικρός του σταθμού. Έμαθα όμως πολλά πάρα πολλά. Αυτά προσπαθώ να μάθω και στα παιδάκια μου σήμερα στη τεχνολογία επικοινωνιών αλλά αν δεν έχει i (i-pod, i-phone, i-hasou) δεν τους κινεί το ενδιαφέρον.
Εκεί μου κόλλησε και το μικρόβιο των κατασκευών. Γιατί θέλαμε ηχεία. Τα πρώτα μου ηχεία ήταν ένα (μάλλον δυο) κουτιά παγωτού (ΔΕΛΤΑ τετράγωνα των 2 κιλών) με μεγάφωνα αυτοκινήτου και πολύ βαμβάκι μέσα. Σας πληροφορώ ότι με εξαίρεση τα αυτοκόλλητα – βάζανε καλή κόλλα τότε – ακούγονταν πολύ καλύτερα από πολλά σημερινά σετ ηχείων για υπολογιστές και δεν τρίζανε κιόλας. Μετά περάσαμε σε πιο σοβαρά πράγματα : Σχέδια, τεχνική εκλογή για οδηγίες, πλατεία Κλαυθμώνος για αγορά μεγαφώνων (AUDAX δανέζικα νομίζω ) και πάει λέγοντας. Ακόμα και σήμερα τα ηχεία μου στηρίζονται σε ιδιοκατασκεύαστες βάσεις με νοβοπάν γεμάτες άμμο θαλάσσης μέσα, που στηρίζονται σε ελαστικά πατάκια, εξαφανίζοντας με αυτό το τρόπο κάθε πιθανότητα συντονισμού και τριξίματος.
Και έτσι πέρασε ο καιρός.
Το 1979 ανακάλυψα την φωτογραφία και αγόρασα τη πρώτη μου SLR μηχανή.
Το 1981 στο δεύτερο έτος ανακάλυψα τον SPECTRUM 48 K : τον πρώτο μου υπολογιστή.
Μετά τα άλλα τα βλέπετε… Ακόμα και σήμερα αυτά είναι τα παιγνίδια μου. Άλλα ονόματα, άλλες δυνατότητες αλλά και σήμερα ακόμα με αυτά παίζω, διότι είμαι ακόμα παιδί. (…Κανένα σχόλιο εδώ – ευαίσθητο θέμα 🙂 )
Τώρα θα μου πει κάποιος… και τι μας νοιάζουν αυτά “ρε φίλε”. Αν το διαβάζεις αυτό σημαίνει ότι σου άρεσαν και έφτασες μέχρι το τέλος. Απλά ήθελα να τα γράψω. Σε κάποιους ίσως φέρουν μνήμες από άλλες εποχές. Σε κάποιους άλλους μπορεί να προκαλέσουν χαμόγελα ή και γέλια. Δεν ξέρω και δεν ξέρω αν πρέπει να το ψάξω. Μπα!!! Μάλλον όχι
Λοιπόν όσο έχω ακόμα ελεύθερο χρόνο…
Τη καλημέρα μου. Καλή χρονιά και πάλι σε όλους και τα λέμε…